Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

"Τα Αγροτικά": Ένας δίσκος-μανιφέστο







«Τα Αγροτικά»: Ένας δίσκος-μανιφέστο με την ερμηνευτική σφραγίδα του πρώιμου Παπακωνσταντίνου



του Ηρακλή Οικονόμου
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)


Ο δίσκος «Τα Αγροτικά» είναι ένα έργο με σαφή κοινωνικό ή ταξικό, αν θέλετε, προσανατολισμό. Αυτό το καταλαβαίνεις, καταρχήν, από τον τίτλο: το επίθετο «Αγροτικά» δεν σημαίνει φυσικά ότι τα τραγούδια καλλιεργήθηκαν στο χωράφι ή στο θερμοκήπιο, αλλά ότι είναι τραγούδια για τους αγρότες, για τις συνθήκες ζωής και εργασίας τους, και για τα κινήματά τους. Το καταλαβαίνεις κι από την αφιέρωση: «Τα ‘Αγροτικά τα αφιερώνουμε στους νέους αγώνες της αγροτιάς». Επιπλέον, στον δίσκο συναντάμε ένα κείμενο κοινωνιολογικής ανάλυσης που υπογράφουν οι δύο συντελεστές, ο συνθέτης Θωμάς Μπακαλάκος και ο στιχουργός Διονύσης Τζεφρώνης. Αξίζει να το παραθέσουμε ολόκληρο:

«Αγροτική χώρα η Ελλάδα και το πρώτο πρόβλημά της το αγροτικό. Οι αγρότες πάντοτε ήταν η πιο παραμελημένη τάξη. Κολλήγοι και δούλοι των κοτζαμπάσηδων ή καλλικατζαρέων και αργότερα των τσιφλικάδων έζησαν μέσα στη μιζέρια και στην εξαθλίωση. Δεν την ανέχτηκαν όμως για πολύ. Ήρθε η ώρα και φώναξαν: «Φτάνει πια δεν είμαστε ένας, είμαστε χιλιάδες», «Αυτή η γη είναι δική μας». Ρούφηξαν με δίψα τα λόγια του Μαρίνου Αντύπα και των άλλων ηγετών που αγκάλιασαν με θέρμη την ιδέα του αγροτισμού. Έδωσαν το αίμα τους στο Κιλελέρ, δημιουργώντας τους πρώτους ήρωες της αγροτιάς. Τους είπαν τότε αναρχικούς, τους φοβέρισαν ότι η στάση τους θα προκαλέσει ξένη εισβολή και ο πατριάρχης ακόμα λίγο έλειψε να τους αφορίσει. Η γη μοιράστηκε τελικά, με τον τρόπο όμως που ήθελαν οι υποστηρικτές των τσιφλικάδων. Επιπλέον με ασυδοσία οι διάφοροι τοκογλύφοι, οι μεσάζοντες, οι πιστωτικοί οργανισμοί (αγροτράπεζες) και τα μονοπώλια ανέλαβαν το έργο των τσιφλικάδων, απομυζώντας άκαρδα τον ιδρώτα του αγρότη. Βέβαια, με τους συνεχείς αγώνες άλλαξαν πολλά στη ζωή του αγρότη. Δεν είναι πια κολλήγος και παρακεντές. Υπάρχουν όμως ακόμα τσιφλίκια και τσιφλικάδικη ιδιοχτησία, υπάρχουν ακόμα φτωχοί αγρότες που πεινούν. Η εκμετάλλευση συνεχίζεται. Γι’ αυτό είναι και τώρα επίκαιροι οι λόγοι των αγροτιστών, Βαμβέτσου και Μέρου, όταν στα 1918, στη Λάρισσα, έλεγαν: -Με παρακλήσεις δεν γίνεται τίποτα. -Οι αγρότες πρέπει να οργανωθούν και να παλέψουν. -Οι αγρότες δεν είναι εχθροί των άλλων καταπιεζομένων τάξεων. Με την οργάνωσή τους απλώς θα επιμείνουν στην άμεση λύση του αγροτικού προβλήματος».

Τη σαφέστατη κοινωνική ταυτότητα του δίσκου την καταλαβαίνεις κι από τους τίτλους των περισσότερων τραγουδιών: «Όχι δεν πουλάμε», «Αυτή είναι η αγροτιά», «Ήταν παιδί της αγροτιάς», «Ο Αντύπας», «Απεργία», «Μετανάστευση», «Ο γέρο-αγρότης», «Εσύ μαζεύεις τη σοδειά»… Και βέβαια, την καταλαβαίνεις κι από τους στίχους, που σε δύο τραγούδια υπογράφει ο Μπακαλάκος (γέννημα-θρέμμα του θεσσαλικού κάμπου), και στα υπόλοιπα ο Τζεφρώνης. Οι στίχοι αναφέρονται στον αγρότη σαν κοινωνικό υποκείμενο («Ήταν παιδί της αγροτιάς μαζί με τόσους άλλους»), ενίοτε και σαν ήρωα («Να θυμηθούμε χωριανοί απόψε τον Αντύπα / τον φάγανε σαν το σκυλί οι παλιοτσιφλικάδες»). Έμφαση δίνεται στις σχέσεις εκμετάλλευσης της δουλειάς του αγρότη («Θα ’ρθουν πάλι τσούρμο οι μεσάζοντες, θα κερδοσκοπήσουν οι μεσάζοντες»), στις δυσκολίες του αγροτικού επαγγέλματος («Εσύ πονάς για το ψωμί, με δάκρυ το ποτίζεις, αυτή τη γη την αγαπάς, με ιδρώτα τη ραντίζεις») και στην οργανωμένη δράση των αγροτών («Δε χωρά λόγια πια, παρατήστε τη δουλειά, με τρακτέρ απ’ το χωριό, για την πόλη μια και δυο»).






Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα «Αγροτικά» δεν είναι η μόνη περίπτωση «αγροτικού» έργου στο ελληνικό τραγούδι. Ενδεικτικά, υπάρχει το «Κιλελέρ» από το 1971 με την ιδιοφυία του Διονύση Σαββόπουλου να κάνει στίχο μια ημερομηνία, «Έξι Μαρτίου χίλια εννιακόσια δέκα», και να τραγουδάει για την «πυρκαγιά στη Θεσσαλία και στα δώδεκα χωριά». Υπάρχει και ο «Θεσσαλικός Κύκλος» του Γιάννη Μαρκόπουλου, σε στίχους του Κώστα Βίρβου, που κυκλοφορεί το 1974. Πρόκειται για έναν σημαντικό και αδίκως λησμονημένο δίσκο, με τραγούδια συγκλονιστικά όπως «Αν είσαι άντρας τσιφλικά», «Ο δάσκαλος» και «Στα χειμωνιάτικα νυχτέρια», ο οποίος περιέγραψε με λαογραφική ακρίβεια τη ζωή στην ύπαιθρο, την εκμετάλλευση των αγροτών, τις δυσκολίες της χειραφέτησης των αγροτών, και τις αντιφάσεις της έλευσης της τεχνολογίας. Το 1986 εκδίδονται στον εξαιρετικά σπάνιο δίσκο «Κιλελέρ» η μουσική και τα τραγούδια από την ομώνυμη θεατρική παράσταση του Θεατρικού Θεάτρου, σε μουσική Βασίλη Τενίδη και στίχους Γιώργου Χαραλαμπίδη. (Σημειώστε ότι η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά το 1975, την ίδια χρονιά που εκδίδονται και τα «Αγροτικά»). Πάλι το 1975, ο Πάνος Τζαβέλας τραγούδησε το «Τραγούδι για την Αγροτιά» από το αντάρτικο λημέρι του. Κι αν σας αρέσουν τα αντάρτικα, υπάρχει και το «Τραγούδι της Αγροτιάς» (Από κάμπους και λαγκάδια) γραμμένο πάνω σε ρωσική μελωδία, που ενορχήστρωσαν τόσο ο Θάνος Μικρούτσικος («Τα Αντάρτικα») όσο κι ο Νότης Μαυρουδής («Τραγούδια από την Ελληνική Αντίσταση»).

Στα «Αγροτικά» όπως και …παντού, σχεδόν, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ξετυλίγει απλόχερα την ερμηνευτική του αξία. Η εκφραστικότητά του είναι αξιοθαύμαστη· «συλλαβίζει» τους στίχους με έμφαση όταν χρειάζεται, υιοθετεί εύστοχα το σκωπτικό πνεύμα κάποιων τραγουδιών εισάγοντας ένα στοιχείο θεατρικότητας, και έχει απόλυτη αντίληψη του ρυθμού «προδίδοντας» τη μελλοντική ροκ πορεία του. Πάνω απ’ όλα, επιδεικνύει αυτή την απίθανη χροιά, αυτό το αειθαλές μέταλλο που παραμένει αναλλοίωτο μέχρι σήμερα. Ο δίσκος έχει και συμβολική αξία για τον Παπακωνσταντίνου, καθώς είναι ο πρώτος προσωπικός του όπου τραγουδάει δηλαδή όλα τα τραγούδια και όχι απλώς συμμετοχές. Ευρύτερα, στον πρώιμο Βασίλη Παπακωνσταντίνου των δίσκων «Τα Αγροτικά», «Της Εξορίας» και «Βασίλης Παπακωνσταντίνου» υπάρχει μια αμεσότητα, ένας τραχύς ήχος, μια βαθιά πολιτικοποίηση, ένα τραγούδι-δήλωση που σε χτυπάει κατακούτελα. Το γεγονός αυτό επιβάλλει να μην προσεγγίζουμε προκατειλημμένα την περίοδο εκείνη του τραγουδιστή, μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’70, σαν αρχαιολόγοι αλλά σαν ακροατές. Εκεί διαμορφώνεται ο σκληρός πυρήνας της τέχνης του Παπακωνσταντίνου - μιλώντας πάντα με όρους βαθύτερης ουσίας, ιδεολογίας και αισθητικής, και όχι με όρους ύφους και στυλ.

Μετά τα «Αγροτικά», ο Παπακωνσταντίνου συνεργάστηκε με τον Μπακαλάκο και στον δίσκο «Οι προστάτες» του 1979, όπου ερμηνεύει τα τραγούδια «Λάρυμνα», «Αρνούμαι να πεθάνω», και «Πρώτη του Μάη» (ο απεργιακός ύμνος με τον στίχο-σύνθημα «Δεν είναι αργία, ειν’ απεργία»). Τα μετέπειτα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Μπακαλάκος αποστασιοποιείται σταδιακά από το τραγούδι και τη δισκογραφία, έχοντας προλάβει να διαγράψει μια κομματική πορεία εντός του ΠΑΣΟΚ η οποία επισκίασε εν πολλοίς - κακώς κατά την ταπεινή μου άποψη - την πρόσληψη του έργου του από τις επόμενες γενιές. (Δεν είναι εδώ ο χώρος για να αποτιμήσουμε το έργο του Μπακαλάκου, αλλά και μόνο το σπαρακτικό «Το γράμμα» με τη φωνή της Χαρούλας να είχε γράψει, θα έφτανε για να τον κατατάσσουμε σήμερα στους μεγάλους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού). Και ο Παπακωνσταντίνου περνάει στην οργιαστική του φάση, τη φάση των 1980s, του «Φοβάμαι», της «Διαίρεσης», του «Χαιρετίσματα» και του «Χορεύω».






Σήμερα, τα «Αγροτικά» μοιάζουν κλεισμένα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας για το ευρύ κοινό, καθώς μας χωρίζουν πάνω από τέσσερις δεκαετίες από τη μεταπολιτευτική ζέση των μέσων της δεκαετίας του ’70 και εντωμεταξύ το αστικό/έντεχνο/όπως-θέλετε-πείτε-το τραγούδι έπαψε να ασχολείται με κινήματα και το έριξε σε πιο εσωτερικές αναζητήσεις, κομμένα ντεπόν κλπ. Επίσης, εξαρχής η κοινωνική στόχευση του δίσκου ήταν συγκεκριμένη και οριοθετημένη, και ίσως λειτούργησε περιοριστικά για ένα ακροατήριο της πόλης που δεν ήταν φορέας του αγροτικού βιώματος. Το 2013, ο Μπακαλάκος εκμυστηρεύτηκε στη Βίκυ Φλέσσα και στην εκπομπή «Στα Άκρα»: «Εξέφρασα αυτούς τους ανθρώπους για τους οποίους δεν είχε μιλήσει ποτέ κανείς, τους κόπους, τους πόνους και τις αγωνίες τους. Έζησα αυτόν τον κόσμο και θα έλεγα ότι η πρώτη μου σκέψη όταν άρχισα να γράφω μουσική ήταν να τον εκφράσω». Και αυτή η έκφραση δεν είναι μόνο σε επίπεδο στίχου αλλά και μουσικής, με μελωδικές γραμμές και ενορχηστρώσεις που μαρτυρούν μια οικειότητα με το δημοτικό τραγούδι. Τέλος, και η ίδια η εμπειρία της αγροτιάς και της υπαίθρου μετασχηματίστηκε από τότε μέχρι σήμερα, με επιδοτήσεις, ευρωπαϊκά προγράμματα, συνεταιρισμούς, πελατειακές σχέσεις, νέες τεχνολογίες, ΠΑΣΕΓΕΣ, ΓΕΣΑΣΕ και πάει λέγοντας. Η αγωνιστική αισιοδοξία έδωσε τη θέση της στην αμοιβαία καχυποψία, τον κοινωνικό κανιβαλισμό, και τον τωρινό πόλεμο όλων εναντίων όλων για το ποιοι τα φάγανε, ποιοι βολευτήκανε, και ποιοι έμειναν απ’ έξω. Πάντως ο δίσκος συνεχίζει και συγκινεί τους καταρχήν παραλήπτες του. Αντιγράφουμε από το newsit.gr και το μακρινό …αντιμνημονιακό 2014: «Ο Θωμάς Μπακαλάκος είναι ο τραγουδιστής της αγροτιάς. Δε θα μπορούσε λοιπόν να λείπει από το πανελλαδικό συλλαλητήριο στην πλατεία Βάθη. Όταν πήρε το μικρόφωνο και τραγούδησε, οι αγρότες τον αποθέωσαν…».

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι μόνο σάουντρακ αγροτικών συλλαλητηρίων τα «Αγροτικά». Τραγούδια όπως τα «Γεια και χαρά σας βρε πατριώτες», «Όχι δεν πουλάμε» και «Απεργία» είναι εγγεγραμμένα στο κοινωνικοπολιτικό DNA του ελληνικού τραγουδιού και αφορούν και σήμερα τους ανθρώπους τόσο της πόλης όσο και του χωριού, καθώς βαθαίνει η φτωχοποίηση μεγάλων μερίδων του πληθυσμού. Εξάλλου, το μαύρο χάλι των ελληνικών πόλεων και το απ’ την ανάποδη χάλι των ελληνικών χωριών είναι αλληλένδετα· η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, η ερήμωση της υπαίθρου, το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας δεν αφορούν την «αγροτιά» αλλά τον καθένα από μας. Η διαχρονικότητα των «Αγροτικών» σε βρίσκει απρόσμενα, όταν π.χ. ακούς τη «Μετανάστευση» και συνειδητοποιείς ότι οι νέοι καιροί φέρνουν μαζί τους τα παλιά προβλήματα: «Την Κυριακή κι άλλο παιδί μας φεύγει, μακριά στα ξένα την τύχη του γυρεύει».

Και βέβαια, ακούστε ξανά την «Αγαπημένη», ένα σπαρακτικό ερωτικό τραγούδι δίχως χρονολογία που εκτοξεύει στα ουράνια η ερμηνεία του Παπακωνσταντίνου. «Της ερημιάς τα χρόνια μετράω, κι όπως παλιά να ’ρθεις λαχταρώ, δρόμους γιαλούς και χώρες περνάω, μα δεν μπορώ να σε βρω, να σε βρω». Γιατί εκτός από την εκμετάλλευση υπάρχει κι η μοναξιά, και η μεγάλη τέχνη το ήξερε πάντα αυτό, κι ακόμα κι αν δίνει προτεραιότητα πότε εδώ και πότε εκεί δεν φτιάχνει ποτέ προκατασκευασμένα κουτάκια για να απομονώσει το ένα από το άλλο.





Δεν υπάρχουν σχόλια: