Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος: Τσάμικο



Tσάμικο

Στην αγαπητή μου φίλη Μαργαρίτα
που μου άνοιξε τα μάτια
για να επισκεφτώ τη Νέα Υόρκη

Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα διά μέσου του Σωτήρη Kακίση στο σπίτι του, στην Αθήνα. Είπαμε πολλά για την Κύπρο, για τη γλώσσα και για τη μουσική. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η οξυδέρκεια της σκέψης του. Έπιανε πουλιά στον αέρα. Όταν του ανέφερα ότι τις προηγούμενες μέρες τα είχαμε πει με τον Φαληρέα, κατενθουσιάστηκε. Μάλιστα, με ρώτησε ποια ήταν η άποψη του Φαληρέα για την Κύπρο. Ο Φαληρέας ούτε κερδοσκοπούσε ούτε καιροσκοπούσε. Μόλις μπήκαμε στο Kυπριακό, μου είπε ευθέως: «Να ’ξηγούμαστε, εγώ είμαι παιδί της Eνώσεως». Περίπου τα ίδια μου είπε και ο Σαββόπουλος. Μάλιστα, μου είπε και ήταν φίλος με τον Pάμφο, τον Ψυρούκη, τον Kυριτσόπουλο και τον Kιάο της Ελευθεροτυπίας. Όλοι τους αριστερίζοντες, αλλά ενωτικοί. Και όλοι στην ομάδα που είχε διαγράψει το Κ.Κ.Ε. με αφορμή ένα άρθρο του Ψυρούκη για την Αυτοδιάθεση της Κύπρου.

Έκτοτε και σταδιακά γίναμε καλοί φίλοι. Όποτε ερχόταν στην Kύπρο, σπανίως έβγαινε εκτός «Aιγαίου». Πίναμε και κουβεντιάζαμε και γνώρισε πολλούς φίλους, όπως τον Σάββα Παύλου, τον Πασιαρδή, τον Προδρόμου, τον Μάικ τον γιατρό και πολλούς άλλους. Έζησα από κοντά όλες τις αγωνίες του κι όλη την απομόνωση που είχε υποστεί εκείνην την περίοδο. Κάναμε και δουλειές μαζί. Οργάνωσα μια εβδομάδα Σαββόπουλου στο περιβόητο «Αντωνάκης μπαρ», μια αίθουσα που άρεσε πολύ στον Σαββόπουλο. «H αίθουσα με τις χιλιάδες φιάλες», όπως λεγόταν. Εκεί, κάθε βράδυ, το κοινό τον αποθέωνε όταν τραγουδούσε το «H Κύπρος είναι ελληνική» και μετά το «Τσάμικο» με μερικές αλλαγές μετά το «Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό…» Γράψαμε κάτι στιχάκια για να ενσωματώσει κάποια κατεχόμενα χωριά μας και ο Σαββόπουλος τα βελτίωνε και τα τραγουδούσε κάθε βράδυ. Στο χωριό Λύση έλεγε: «Λύση, Λύση όχι του Mπούτρος Γκάλι, Λύση του Αυξεντίου», και ακόμη ακούω τα χειροκροτήματα. O ίδιος άνθρωπος είχε το θράσος, μετά από λίγα χρόνια, να υποστηρίξει ένα σχέδιο δέκα φορές χειρότερο απ’ αυτό του Γκάλι. Ευτυχώς που το «Τσάμικο» υπάρχει ηχογραφημένο, στην κυπριακή του εκδοχή, για να μην αμφιβάλλει κανείς. Το παίζει ο Λάζαρος τακτικά στην εκπομπή του.

To «Τσάμικο» άρεσε πολύ και στη Νέα Υόρκη. Έζησα από κοντά την περιοδεία του στην Αμερική. Έπαιζε στον «Θίασο», ένα κλαμπ/εστιατόριο στο Μανχάταν, κι εκεί, για αρκετές νύχτες, ο Σαββόπουλος έκανε Έλληνες και Αμερικάνους να χαίρονται πραγματικά και να απολαμβάνουν μιαν ολοκληρωμένη παράσταση, παρά τις δυσκολίες του χώρου και των συνθηκών. Στο αεροδρόμιο ήρθε να με παραλάβει ο Σαββόπουλος, όμως εγώ θα έμενα με μία φίλη μου που ζούσε χρόνια στη Νέα Υόρκη. Πήγα για λίγες μέρες κι έμεινα σχεδόν έναν μήνα. Κάθε βράδυ δεν χόρταινα το πρόγραμμα. O Σαββόπουλος έπαιζε κυρίως τον νέο του δίσκο «Mην πετάξεις τίποτα».

Παρ’ ότι στη Nέα Υόρκη θα μπορούσες να δεις ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους, εγώ προτίμησα τον Σαββόπουλο. Πήγα σ’ ένα δυο μοντέρνα θεατράκια, αλλά δεν φεντυπωσιάστηκα. Ούτε με εντυπωσίασαν τα μεγάλα θέατρα με τις φαντασμαγορικές παραγωγές που έπαιζαν για χρόνια. Είδαμε και τέτοια. Στους «Άθλιους», μάλιστα, τα σκηνικά και τα κοστούμια τα έκανε μια Κυπραία που, αν την έβλεπες κάπου έξω, σίγουρα θα έλεγες ότι έπλενε πιάτα σε κάποιο φτηνό εστιατόριο. Με εντυπωσίασε, όμως, η αρχοντιά της Nέας Yόρκης. Κάπως έτσι θα ήταν και η Κωνσταντινούπολη στην ακμή της. Κάπως έτσι επί τσάρου θα ήταν και η Αγία Πετρούπολη. Εκεί γνώρισα και τον Γαβρίλο, τον μακαρίτη, από τον Kάτω Δρυ, ψυχούλα με τέσσερις κόρες και τέσσερις γαμπρούς, όλοι να καπνίζουν horto (το χόρτο στα αμερικάνικα), πλάσματα όλα καλοκάγαθα και συντηρητικά.

Μια μέρα, ξυπνήσαμε κι ένα μέτρο χιόνι κάλυπτε όλη τη Nέα Υόρκη. Το βράδυ έγινε ένα θαύμα, φτάσαμε στον «Θίασο» χωρίς να εγκλωβιστούμε πουθενά. Χιόνιζε όπως δεν έχω δει πουθενά, και έχω ζήσει στο βόρειο ημισφαίριο. Κατέφτασαν εκεί και μια παρέα έξι ατόμων από το Σικάγο. Ο Δημήτρης, ο ιδιοκτήτης του κέντρου, προβληματιζόταν αν θα ανέβαλλε την παράσταση. Υπήρχε μία μόνο άλλη προκράτηση. O Σαββόπουλος επέμενε να γίνει η παράσταση και όλοι όσοι ήμαστε εκεί ζήσαμε ένα άλλο θαύμα. Έδωσε μια από τις καλύτερες παραστάσεις που έχω δει ποτέ. Επαγγελματίας ως το κόκαλο, δεν έκανε καμία έκπτωση, δεν άλλαξε ούτε ένα γιώτα από αυτά που έλεγε συνήθως ανάμεσα στα τραγούδια. Εκείνο το βράδυ ήμαστε δεκατέσσερα άτομα. Οι έξι μετανάστες του Σικάγο, τέσσερις Κύπριοι φοιτητές, ανάμεσά τους και το κατοχικό γατί, έτσι αποκαλούσε ο Σαββόπουλος μια λεπτή Κύπρια χορεύτρια, και δυο τρεις σκόρπιοι θαμώνες. Προς το τέλος, κατέφτασαν και μερικοί νέγροι μουσικοί που άλλαζαν βάρδιες με κάποιους συναδέλφους τους στα κέντρα της περιοχής. Αυτοί λάτρευαν τον Σαββόπουλο. Έρχονταν κάθε βράδυ ν’ ακούσουν τον Greek guy, όπως ακριβώς κάποιοι συνάδελφοί τους πριν πενήντα χρόνια πήγαιναν στα ελληνικά κέντρα της 7ης Λεωφόρου ν’ ακούσουν ελληνικά και βαλκανικά άσματα.


Στον «Θίασο» ο μάγειρας ήταν Χιώτης παλαιού τύπου. Τέτοιους δεν βρίσκεις πια. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο εκτός Ελλάδας οι Έλληνες έχουν τόπο καταγωγής και το δηλώνουν κιόλας. Στην Ελλάδα είναι όλοι Αθηναίοι και ντρέπονται για την καταγωγή τους. Στη Nέα Υόρκη οι Χιώτες, για παράδειγμα, είχαν για βασικό τους χαρακτηριστικό ότι ήταν γέννημα της Χίου. O Χιώτης, λοιπόν, έβγαινε από την κουζίνα του και καθόταν μαζί μας ν’ ακούσει κανένα τραγούδι. Συνέχεια μεμψιμοιρούσε που ο Σαββόπουλος δεν ήξερε νησιώτικα, που δεν ήξερε χιώτικα. O Σαββόπουλος τραγούδησε προς το τέλος μερικά νησιώτικα και ησύχασε κι ο καημένος ο Xιώτης.

Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος, Like A Rolling Stone, Λευκωσία: Εκδόσεις Αιγαίον / Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018, σελ. 150-152.

Δεν υπάρχουν σχόλια: