Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Αγάπη μόνο, και καλό καλοκαίρι





Δείτε το βίντεο μέχρι το τέλος, δέκα λεπτάκια μόνο. Εμείς θα τα ξαναπούμε αρχές Σεπτεμβρίου με μπόλικες αλλαγές και εκπλήξεις, καθώς αποχαιρετούμε τα Μ.Π. όπως τα ξέραμε, και τα υποδεχόμαστε ξανά. Μέχρι τότε, καλό καλοκαίρι!

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Ο Ηλίας Κατσούλης για τον δίσκο "το μυαλό μου ξενιτιά"





«Παραπεταμένα λόγια. Και παραπονεμένα (όπως εκείνα στο τραγούδι του Ελευθερίου). Πολλοί συνθέτες τα είδαν και τα άκουσαν, τα προσπέρασαν όμως ως δύσκολα, κάπως σκοτεινά, εντελώς προσωπικά και προπαντός αντιεμπορικά. Εν ολίγοις δεν είχαν στη μελοποίηση και στη δισκογραφία μοίρα για πολύ καιρό (για χρόνια, μερικά). Είχαν όμως το μοιραίο άνθρωπό τους. Γιώργος Τζώρτζης τ' όνομά του, που τα βρήκε, τα μάζεψε, τα αγκάλιασε στοργικά, τα ζέστανε, τ' αγάπησε, τα έντυσε μουσικές που τους ταίριαζαν. Όταν τον γνώρισα κατάλαβα, γιατί αυτός και όχι κάποιος άλλος. Γιατί το μυαλό του γύριζε στην ίδια ξενιτιά με το δικό μου. Επόμενο να συναντηθούν».

Ηλίας Κατσούλης





Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

Το θέατρο στον λόγο του Μάνου Ελευθερίου


Κυριάκος Ρόκος: "Μάνος Ελευθερίου"



Το θέατρο στον λόγο του Μάνου Ελευθερίου


του Μάνου Ορφανουδάκη


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τ. 58, Οκτ. - Δεκ. 2015.

Παιδί της παρηκμασμένης, πιά, -μα με τεράστιο πολιτιστικό βάρος- Ερμούπολης του 20ου αιώνα, ο Μάνος Ελευθερίου έρχεται σε επαφή με το θέατρο σε ηλικία δώδεκα ετών. Μαζί με τον συμμαθητή και «φίλο της καρδιάς του», όπως τον έχει χαρακτηρίσει, Λεωνίδα Αγγέλου επισκέπτονται, τις περισσότερες φορές κρυφά, το ιστορικό Θέατρο «Απόλλων». Στο ίδιο θέατρο, τον χειμώνα του 1953, θα είναι παρόν στην τελευταία παράσταση της Μαρίκας Κοτοπούλη και θα γίνει μάρτυρας του στερνού αποχαιρετισμού της προς το σανίδι του θεάτρου: «καημένο θέατρο, γέρασες κι εσύ σαν κι εμένα…».

Παράλληλα,  η μεσόπορτα φυσαρμόνικα που χωρίζει τα δύο δωμάτια υποδοχής στο πατρικό των Ελευθερίου γίνεται η αυλαία όπου ο μικρός Μάνος παρουσιάζει στους φίλους του τα θεατρικά του δρώμενα –το θέατρο τον έχει γοητεύσει.

Στα επόμενα χρόνια η σχέση του Μάνου Ελευθερίου με το θέατρο γίνεται δεσμός. Πηγαίνει, μανιωδώς, σε θεατρικές παραστάσεις και, για μερικά χρόνια, παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής τα οποία αφήνει ανολοκλήρωτα –δεν τον ενδιαφέρει τόσο να γίνει ηθοποιός αλλά να μάθει, εκ των έσω, τη λειτουργία του θεάτρου με σκοπό, κάποτε,  να γίνει θεατρικός συγγραφέας.

Η συνέχεια είναι, λίγο πολύ, γνωστή: τον κερδίζει η ποίηση, ο στίχος για τραγούδι και το μυθιστόρημα. Το θέατρο παραμένει μεγάλη του αγάπη και παίρνει, παράλληλα, σημαντική θέση στο θεματολόγιο του έργου του. Μάλιστα, το 1993 εκδίδει το πρώτο μέρος από την πολύτομη μελέτη του για το θέατρο στην Ερμούπολη του 20ου αιώνα, με τους περισσότερους τόμους, σήμερα, να έχουν εξαντληθεί.

Δεκάδες είναι τα τραγούδια του Ελευθερίου που έχουν θεατρικές αναφορές ή θεατρικό περιεχόμενο και εμφανίζονται, κυρίως, μετά τη δεύτερη δεκαετία του στη δισκογραφία. Συγκεκριμένα, το 1980 στο δίσκο «Χωρίς ταυτότητα» (Polydor) του Γιώργου Χατζηνάσιου με τη Τάνια Τσανακλίδου, ο Ελευθερίου μας εισάγει στον καινούργιο θεματικό του κόσμο με μία αναφορά στη σπουδαία ηθοποιό Κυβέλη, η οποία είχε φύγει από τη ζωή δύο χρόνια πριν: Έπαιζε ο θίασος Κυβέλης/ αν θυμάσαι, δράμα της τιμής («Ο τόπος ο δικός μας»).

Έκτοτε, οι θεατρικές αναφορές πολλαπλασιάζονται, είτε για ανώνυμους θεατρίνους

Ένα τραγούδι μου απόψε σας αφήνω/ που μου το πέταξε το φως της αστραπής./ Φανάρι κόκκινο που σέρνει θεατρίνο/ να παίζει έξω απ’ τα φώτα της σκηνής. («Ένα τραγούδι»)

Κρυμμένη μες στις βυσσινιές κουρτίνες,/ ντοπαρισμένη με βαριά πιοτά,/ μιμείσαι τις παλιές τις θεατρίνες/ που πάντα κλαίγαν μ’ αναφιλητά. («Ασπρόμαυρη ταινία»)

Μεσάνυχτα κατέβαινα προς το Μεταξουργείο./ Το «Βέμπο» ήτανε κλειστό, σβηστό το «Περοκέ»./ Και μόνο τα φαντάσματα χαμένων θεατρίνων/ τριγύριζαν με νυφικά γυρεύοντας σουξέ.

Μες στη βροχή περπάτησα ως την Ακομινάτου./ Η Πόπη ήταν στο στέκι της, ο κόσμος στη σκοπιά./ Κι είδα τους επιτάφιους χαμένων θεατρίνων/ ντυμένων αυτοκράτορες με ψεύτικα σπαθιά. («Μεταξουργείο»)

είτε για ήρωες του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Ένας διαβάζει περσινές εφημερίδες/ κι άλλος ακούει σ’ ένα μέντιουμ το μέλλον του./ Άλλος πουλάει μισοτιμής παλιές ελπίδες/ κι άλλος το ρόλο του ετοιμάζει στον Οθέλο του.

Ένα κορίτσι έχει ντυθεί την Οφηλία/ κι ακροβατεί σαν το πουλάκι στο μπαλκόνι της./ Ξενύχτες άγγελοι γυρνούν στην παραλία/ με μια τσιγγάνα που γελάει πάντα μόνη της.
(«Η άγια μέθη»)

Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης/ έσβησες μ’ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής./ Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις/ μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής.(«Ο Άμλετ της Σελήνης»)

Ντυμένος Άμλετ στη βροχή γυρνώ στην επαρχία./ Ζητώ να βρω ποιος μου ’δωσε τσιγάρο μια στιγμή./ Ποιος άγνωστος με πίστεψε πως θα `ναι επιτυχία/ χωρίς εμένα αν παιχτεί το έργο στη σκηνή. («Ο Άμλετ της βροχής»)

Τρελή σελήνη, μάγισσα γριά/ σαν φάντασμα του Μακβεθ τα λιβάδια/ που τρώει τα σπασμένα του γυαλιά/ και τα σκυλιά χορταίνει με σμαράγδια. («Εν Ερμουπόλει»)

Εκτός από τις θεατρικές αναφορές, ο Ελευθερίου χρησιμοποιεί και «θεατρικό υλικό» για να εκφράσει καθολικές καταστάσεις –κυρίως ερωτικές απογοητεύσεις

Με τα κουρέλια σου έχω ντύσει μια ζωή/ μα εσύ νομίζεις πως παράσταση θα κάνω/ και πως θ’ ανέβω κάποια μέρα στη σκηνή/ και μ’ ένα ψεύτικο μαχαίρι θα πεθάνω. («Τα κουρέλια»)

Αυτός ο έρωτας φαινόταν/ απ’ την αρχή πως ήταν ξένος-/ έρωτας καταδικασμένος./ Σα μια παράσταση του χτες/ που είμαστε εμείς οι θεατές/ κι εκείνος σαν ηθοποιός κατατρεγμένος. («Αυτός ο έρωτας»)

Έχεις κάνει τόσες πρόβες, Θε μου,/ που έπρεπε το έργο να το ζεις.(«Έστω κι από λύπη»)

Κι όταν σε σκέπασε η αυλαία/ τα λόγια σου τα τελευταία/ ήταν πως έπρεπε να με εμπιστευτείς.(«Τα ψευδώνυμά σου»)

Στη μέση της παράστασης κλείσαμε την αυλαία./ Χάθηκαν μες στα λόγια τους οι πρωταγωνιστές./ Τώρα το έργο παίζεται αλλού, αλλιώς κι ωραία,/ το έργο εμείς που γράψαμε για τ’ αύριο και το χθες.(«Αυτοί που χειροκροτούσαν»)

Ήμουν πρωταγωνιστής/ κι έγινα αναπληρωτής/ μες στο έργο που θα παίζαμε κι οι δυο μας. («Ο πρωταγωνιστής»)

Αυτός ο έρωτας δε μένει πια εδώ,/ έστησε θέατρο αλλού για παραστάσεις./ Κι αυτό το έργο δυο φορές δε θα το δω/ γιατί στα δράματα δεν πας για να γελάσεις.(«Ο έρωτας δε μένει πια εδώ»)

Σε άδειο θέατρο χωρίς τους θεατές/ μέσα στη νύχτα σαν καράβι ταξιδεύεις./ Βρίσκεις λιμάνια που βουλιάξανε στο χθες/ και να βρεθείς ξανά στο χάος κινδυνεύεις.

Είχα μια αγάπη τ’ όνειρό μου ν’ ακουμπώ/ κι έγινε θέατρο κι αυτό πυρπολημένο./ Δεν έχει πόρτα μήτε είσοδο να μπω./ Μονάχα ένα θεατή και μεθυσμένο.(«Σε άδειο θέατρο»)

Θα μείνεις σαν ανάμνηση μιας μακρινής γιορτής./ Στο έργο αυτό που έπαιζα κι έμεινα θεατής./ Μια χώρα που δε γνώρισα θα μείνεις τελικά./ Σαν έργο δίχως πρόσωπα και δίχως σκηνικά.(«Ανάμνηση»)

Σ’ ένα σάπιο παίξαμε σανίδι/ και στο τέλος όλα πια τα χάσαμε. («Που πηγαίνεις, που πηγαίνω;»)



Ο Μάνος Ελευθερίου με το σπαρτίτο του Άγιου Φεβρουάριου (φωτο: Σωτήρης Κακίσης)



Επίσης, τον απασχολεί η προδοσία και τα κρυμμένα προσωπεία σε μία σχέση, με το ψέμα και την υποκρισία να παρομοιάζονται σαν ρόλος, και μάλιστα κακοπαιγμένος

Ήσουν κορμί χωρίς ψυχή,/ σαν κάποια κούκλα πλαστική/ σε μια βιτρίνα κάπως αινιγματική./ Κι έπαιζες ρόλους φυσικά/ με λόγια συνθηματικά/ σε μια σκηνή και μ’ άλλου έργα σκηνικά. («Κορμί χωρίς ψυχή»)

Σ’ άρεσε πάντα το σκοτάδι της σκηνής/ και λόγια του έρωτα να λες πάντα μονάχη. («Είσαι μια χώρα»)

Πόσους ρόλους θα παίξεις/ σε μια ξένη σκηνή; («Ποια κρεβάτια ζεσταίνεις;»)

Στα χέρια πήγες αλληνής/ κι εκεί στο βάθος της σκηνής/ κάθε βραδιά αλλάζεις μάσκα και σανίδι.(«Στα χέρια πήγες αλληνής»)

Σκυμμένη πάνω στο μπουκάλι/ τους ρόλους σου μονολογούσες./ Σιωπές μονάχα αφαιρούσες/ κι όλα τα κλικ απ’ τη σκανδάλη.(«Σταθμάρχες»)

Κλείσ’ τα παντζούρια κι άναψε το φως./ Παράσταση θα δώσω μια θυσία./ Θα τυλιχτώ μ’ ένα σεντόνι μοναχός/ να υποδυθώ μ’ ένα φιλί την προδοσία.(«Παράσταση θα δώσω»)

Τα μυστικά σου μην τα καις/ γιατί θα γίνουν φυλακές/ εκεί που ζούνε μοναχά οι ερωτευμένοι./ Γι` αυτό στο έργο το γνωστό/ έπαιξες με το σκηνικό/ σαν θεατρίνα που είναι πάντα μεθυσμένη.(«Τα μυστικά σου μην τα καις»)

Στη στιχουργική του Ελευθερίου το θέατρο δεν περιορίζεται μέσα σε τέσσερις τοίχους. Αντιθέτως, όλοι μας πατάμε πάνω σε ένα θεατρικό σανίδι, με τους περισσότερους να έχουν το ρόλο κομπάρσου 

Μες στο θέατρο του κόσμου τριγυρνώ/ μ’ ένα ρόλο που κι εγώ τον συντηρώ. («Μες στο θέατρο του κόσμου»)

Σε λίγο η παράσταση τελειώνει/ στο θέατρο που φτάσαμε είναι αργά/ κι οι ψεύτικες οι μάχες και οι φόνοι/ μπροστά μας θα παιχτούν αληθινά.(«Παλιές νομοθεσίες»)
Χάθηκες μες στους ρόλους σου σα να `σουν θεατρίνος./ Χάθηκες απ’ το πρόσωπο της γης μη σταυρωθείς.(«Όλα τα χρώματα του μπλε»)

Όλοι θέλουν τη χαρά δωρεάν και με φτερά./ Ποιος ζητάει ν’ αγοράσει λόγια που τα λεν κομπάρσοι; («Χάρισα καρδιά και σώμα»)


Τέλος, ο Μάνος Ελευθερίου δημιούργησε ένα αόρατο μα τέλειο θεατρικό σύμπαν, με ηθοποιούς, κομπάρσους, σκηνικά, ατάκες και σιωπές, το οποίο ντύθηκε και έντυσε τραγούδια. Πλέον, μας κοιτάζει πίσω από τα γυαλιά του με ένα αινιγματικό χαμόγελο, όπως εκείνοι που αυτά που χάσανε κανένας πια δεν τα ’χει/ κι από μια αυλαία κόβουνε κομμάτια να ντυθούν («Οι Γέροι»).




Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

Άλκης Αλκαίος - Μελοποιημένοι στίχοι, από τις εκδόσεις Μετρονόμος




Για την έκδοση «Άλκης Αλκαίος - Πατησίων και Παραμυθιού γωνία - Μελοποιημένοι στίχοι»


του Ηρακλή Οικονόμου

«Ο Άλκης Αλκαίος, ο ποιητής που παρίστανε τον στιχουργό –σύμφωνα με τον Θάνο Μικρούτσικο–, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές-στιχουργούς  των τελευταίων δεκαετιών στο ελληνικό τραγούδι. Οι στίχοι του, διαρκώς ταλαντευόμενοι μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, συμπλέκουν αρμονικά το ερωτικό με το κοινωνικό, ενώ δεσπόζουσα θέση δίνεται –ειδικά κατά την πρώτη στιχουργική του περίοδο, αυτή του Εμπάργκο– στην ιστορία και τη μυθολογία. Ορισμένα διαρκώς επανερχόμενα μοτίβα, ένα «εσύ» κυρίαρχο και παντοδύναμο, καθώς και η σύζευξη ρεαλισμού και παραμυθικού / παραμυθιακού στοιχείου (εξού και ο τίτλος της ανά χείρας έκδοσης ‘Πατησίων και Παραμυθιού γωνία’) είναι μερικά ακόμη από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Αλκαίου».

Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος της Μαρίας Γεωργιάδου, η οποία συγκέντρωσε σε έναν τόμο τους στίχους που έγραψε ο Άλκης Αλκαίος για τα 187 τραγούδια που αποτελούν το σύνολο του δισκογραφημένου έργου του. Πρόκειται αναμφισβήτητα για έναν άθλο της νεαρής φιλολόγου, η οποία έχει να επιδείξει πλούσια συμβολή στη βιβλιογραφία τη σχετική με το έργο του μεγάλου ποιητή και στιχουργού. Τα τραγούδια παρατίθενται σε χρονολογική σειρά δισκογραφικής κυκλοφορίας τους και συνοδεύονται από επεξηγηματικές υποσημειώσεις στις περιπτώσεις όπου ένα τραγούδι συναντιέται με ένα άλλο μοιραζόμενο π.χ. ίδιους στίχους ή παραλλαγμένες στροφές.

Οι στίχοι του Αλκαίου - με τις ριζοσπαστικές κοινωνικο-πολιτικές αναφορές, τη συνομιλία με την ιστορία, και την οριακή περιγραφή της ερωτικής μάχης -  είναι πρώτη ύλη για πολλά ταξίδια του νου και του συναισθήματος. Δεν χωράει αμφιβολία ότι ο Αλκαίος κατατάσσεται με άνεση μεταξύ των κορυφαίων Ελλήνων στιχουργών, καθώς στο έργο του περιέχονται χαρακτηριστικά που ανέδειξαν κάποιους μεγάλους ομότεχνούς του - το νοηματικό βάθος ενός Μάνου Ελευθερίου, η καινοτομία και η έκπληξη ενός Κώστα Τριπολίτη, η πειστική μελαγχολία ενός Μανώλη Ρασούλη.

Η δική μου έμμονη ιδέα, όμως, διαβάζοντάς τους στίχους του βιβλίου, είναι λίγο πιο πεζή: πόσο μεγάλος συνθέτης είναι στ’ αλήθεια ο Θάνος Μικρούτσικος! Ναι, αξίζει μια αναφορά στον συγκεκριμένο δημιουργό, με αφορμή τον Αλκαίο, διότι είναι αξιοσημείωτο το πώς συναντήθηκε ιδεολογικά και αισθητικά με την ποίησή του, το πώς εμπνεύστηκε τόσο πηγαία, και πώς οι δυο τους συν-δημιούργησαν μερικά από τα συγκλονιστικότερα ελληνικά τραγούδια. Ξεχωρίζουν, βεβαίως, οι - επιτρέψτε μου την ιεροσυλία - τρεις εθνικοί ύμνοι: το «Ερωτικό», η «Ρόζα» και το «Πάντα γελαστοί». Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Από το «Κακόηθες Μελάνωμα» μέχρι το «Σιντάρτα» κι από την «Πρωινή ή βραδινή σερενάτα» μέχρι το «Μια παλιά φωτογραφία» και το «Spleen», δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την τέλεια αυτή σύζευξη λόγου και μελωδίας, αυτόν τον καταιγισμό ποιητικών και μουσικών εικόνων και συναισθημάτων.

Και αυτή η σκέψη πηγαίνει σχεδόν αυτόματα στην επόμενη: ότι, δυστυχώς, οι στίχοι του Αλκαίου δεν φαίνεται να ευτύχησαν στα χέρια πολλών από τους υπόλοιπους συνθέτες ή τραγουδοποιούς. Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις - το υποβλητικό «Πρωινό Τσιγάρο» του Νότη Μαυρουδή, για παράδειγμα, ή το «Εντελβάις» και το «Κιφ» του Μάριου Τόκα, ή το «Πόρτο Ρίκο» του Σταμάτη Μεσημέρη βεβαίως βεβαίως. Αλλά η πλειοψηφία των στίχων της πιο πρόσφατης περιόδου του ποιητή - ας την ορίσουμε συμβατικά από το 2000 και δώθε - δεν κατέγραψαν την ίδια επιδραστικότητα. Δύο βασικούς λόγους διακρίνω, εντελώς υποκειμενικά, για την ερμηνεία του γεγονότος αυτού: α) η διασύνδεση των στίχων του Αλκαίου με τη μουσική μονοτονία του Σωκράτη Μάλαμα· και β) η ίδια η μετάλλαξη της στιχουργικής του Αλκαίου που τείνει να προσαρμοστεί με βασικά μοτίβα του ρεύματος των «έντεχνων» τραγουδοποιών που κυριάρχησε στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Για τον πρώτο παράγοντα δεν μπορούν να ειπωθούν και πολλά - περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, και η δική μου όρεξη είναι αλήθεια ότι δεν σηκώνει την απουσία μελωδικών εξάρσεων που χαρακτηρίζει την τέχνη του Μάλαμα. Και η ίδια μελωδική «σαστιμάρα», ας μου επιτραπεί ο όρος, χαρακτηρίζει τα τραγούδια που μελοποίησαν τόσο ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου όσο και ο Μπάμπης Στόκας την ίδια περίοδο (2009 και 2012 αντίστοιχα).

Το δεύτερο σημείο, όμως, αξίζει μιας σύντομης επεξήγησης. Αίσθησή μου είναι ότι στην πορεία ο στίχος του Αλκαίου παγιδεύεται εκεί ακριβώς όπου παγιδεύθηκε και το σύνολο της έντεχνης τραγουδοποιίας κάπου εκεί στην αλλαγή του αιώνα: στον δεύτερο ενικό, στην προστακτική, στην εξύμνηση των φυσικών στοιχείων, και σε μια στροφή προς δημοτικίζοντα μοτίβα εις βάρος της έκπληξης και των σύνθετων νοημάτων. Ακόμα περισσότερο, η αφήγηση μιας ιστορίας αντικαθίσταται από την παράθεση κοφτών «αληθειών» - γνωμικών, αν θέλετε. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ταυτότητα των στίχων του Αλκαίου τα τελευταία 10-12 χρόνια της ζωής του, εξ ου και το αξιωματικό ύφος ετούτων εδώ των παρατηρήσεων. Δεν είναι τυχαίο, πάντως, που το μελοποιημένο από τον Μίλτο Πασχαλίδη «Αγύριστο κεφάλι», το δημοφιλέστερο ίσως τραγούδι του Αλκαίου αυτής της περιόδου, απομακρύνεται από τα χαρακτηριστικά αυτά επιστρέφοντας στην ένταση των εικόνων, στη μεγάλη ιστορική κλίμακα, και στην πολλαπλότητα των νοημάτων.


Συμπερασματικά, η έκδοση των μελοποιημένων στίχων του Άλκη Αλκαίου είναι ένα σημαντικό γεγονός τόσο για το ελληνικό τραγούδι όσο και για τα ευρύτερα πολιτιστικά μας πράγματα. Για την ακρίβεια, εάν η Ελλάδα καταλάβαινε και εκτιμούσε τον πολιτισμό της και το μέγεθος κάποιων δημιουργών, αυτό θα ήταν το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Γι’ αυτό και αξίζουν συγχαρητήρια τόσο στη Μαρία Γεωργιάδου όσο και στον Θανάση Συλιβό των εκδόσεων Μετρονόμος για αυτό το επίτευγμα. Μόνη μου παρατήρηση η ανάγκη αναγραφής του ονόματος της επιμελήτριας σε επόμενη έκδοση του βιβλίου. Και μια χάρη για το τέλος: μήπως είναι ώρα να επανεκδοθεί η τόσο δυσεύρετη ποιητική συλλογή «Εμπάργκο» του Άλκη Αλκαίου;

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

"Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί" στην "αρχή του κόσμου"

Κι άλλες φορές έχουμε επισημάνει ομοιότητες τραγουδιών εδώ στα Μ.Π., αλλά ετούτη εδώ η περίπτωση ξεπερνάει κάθε άλλη. Αναφέρομαι στο τραγούδι "Απ' την αρχή του κόσμου" των Λάργκο και στην ομοιότητά του με το τραγούδι "Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί" σε ποίηση του Καββαδία μελοποιημένη από τον Θάνο Μικρούτσικο. Για να ακριβολογούμε, ακούμε μια αρκετά παρεμφερή μελωδία ξαναπαιγμένη σε αρκετά πιο γρήγορο τέμπο. (Χωρίς φυσικά να υπονοώ κάποιο φάουλ, κάποια συνειδητή αντιγραφή ή οποιαδήποτε κακόβουλη ενέργεια - να το ξεκαθαρίσουμε αυτό).








Δύο πράγματα μου 'ρχονται στο μυαλό, έτσι αυθόρμητα:
1) Η αλήθεια είναι ότι μετά από μισόν αιώνα νέου ελληνικού τραγουδιού, τα έχουμε δει και τα έχουμε ακούσει όλα. Δηλαδή, δύσκολο να βγει το καινούργιο πλέον, και στατιστικά, με τόσες μελωδιάρες και τόσες τραγουδάρες που γέννησε τούτος ο τόπος.
2) Το αποτύπωμα του τεράστιου Θάνου Μικρούτσικου στο ελληνικό τραγούδι θα το καταλάβουμε σε 100 χρόνια και βάλε. Να είναι καλά ο κύριος Θάνος, και να τον έχει ο θεός της μουσικής γερό για πολλά χρόνια ακόμα.








Τι αλλο... εντάξει έχει και την πλάκα του να βλέπεις πώς ψαρώνει πλέον το κοινό, πώς τσιμπάει και ηδονίζεται ό,τι κι αν του σερβίρουν τα ιερά τέρατα του εντέχνου, ό,τι κι αν πουν, ό,τι κι αν γράψουν. Φυσιολογικό όμως είναι αυτό, πάντα έτσι γίνεται και γινόταν, και το ότι μικραίνουν τα μεγέθη δεν σημαίνει ότι ο κόσμος κάθε εποχής δεν χρειάζεται την θέωση που προκύπτει από τη μουσική. Πρέπει να το 'χουμε υπόψη μας αυτό, αλλιώς θα πέσουμε στη γεροντίλα και στον ελιτισμό, κι είναι κακό πράγμα και τα δύο.
ηρ.οικ.

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019

Βλασσόπουλος - Κανελλίδου - Σαββόπουλος



ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ψεύτης Ήλιος - νέο single από τις Chrysoula K. & Púrpura




Το γυναικείο συγκρότημα Chrysoula K. & Púrpura υποδέχεται το καλοκαίρι δημιουργικά, με το νέο single «Ψεύτης Ήλιος»!

Μετά την κυκλοφορία της ομώνυμης δισκογραφικής δουλειάς τους και την επιτυχημένη τους παρουσία στα μουσικά δρώμενα της Ελλάδας και του εξωτερικού, οι Chrysoula K. & Púrpura παρουσιάζουν το καινούριο τους τραγούδι «Ψεύτης Ήλιος», σε μουσικήΑλέξανδρου Καψοκαβάδη και στίχους του Δημήτρη Παπαχαραλάμπους.

Το σχήμα αποτελούν οι: Χρυσούλα Κεχαγιόγλου – φωνή, Έφη Ζαϊτίδου - κανονάκι, φωνή, Μαρία Πλουμή - λαούτο, φωνή, Σοφία Σερέφογλου - φλάουτο και φλογέρα με ράμφος, Έλσα Παπέλη - βιολοντσέλο.