Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

Άλκης Αλκαίος - Μελοποιημένοι στίχοι, από τις εκδόσεις Μετρονόμος




Για την έκδοση «Άλκης Αλκαίος - Πατησίων και Παραμυθιού γωνία - Μελοποιημένοι στίχοι»


του Ηρακλή Οικονόμου

«Ο Άλκης Αλκαίος, ο ποιητής που παρίστανε τον στιχουργό –σύμφωνα με τον Θάνο Μικρούτσικο–, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές-στιχουργούς  των τελευταίων δεκαετιών στο ελληνικό τραγούδι. Οι στίχοι του, διαρκώς ταλαντευόμενοι μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, συμπλέκουν αρμονικά το ερωτικό με το κοινωνικό, ενώ δεσπόζουσα θέση δίνεται –ειδικά κατά την πρώτη στιχουργική του περίοδο, αυτή του Εμπάργκο– στην ιστορία και τη μυθολογία. Ορισμένα διαρκώς επανερχόμενα μοτίβα, ένα «εσύ» κυρίαρχο και παντοδύναμο, καθώς και η σύζευξη ρεαλισμού και παραμυθικού / παραμυθιακού στοιχείου (εξού και ο τίτλος της ανά χείρας έκδοσης ‘Πατησίων και Παραμυθιού γωνία’) είναι μερικά ακόμη από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Αλκαίου».

Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος της Μαρίας Γεωργιάδου, η οποία συγκέντρωσε σε έναν τόμο τους στίχους που έγραψε ο Άλκης Αλκαίος για τα 187 τραγούδια που αποτελούν το σύνολο του δισκογραφημένου έργου του. Πρόκειται αναμφισβήτητα για έναν άθλο της νεαρής φιλολόγου, η οποία έχει να επιδείξει πλούσια συμβολή στη βιβλιογραφία τη σχετική με το έργο του μεγάλου ποιητή και στιχουργού. Τα τραγούδια παρατίθενται σε χρονολογική σειρά δισκογραφικής κυκλοφορίας τους και συνοδεύονται από επεξηγηματικές υποσημειώσεις στις περιπτώσεις όπου ένα τραγούδι συναντιέται με ένα άλλο μοιραζόμενο π.χ. ίδιους στίχους ή παραλλαγμένες στροφές.

Οι στίχοι του Αλκαίου - με τις ριζοσπαστικές κοινωνικο-πολιτικές αναφορές, τη συνομιλία με την ιστορία, και την οριακή περιγραφή της ερωτικής μάχης -  είναι πρώτη ύλη για πολλά ταξίδια του νου και του συναισθήματος. Δεν χωράει αμφιβολία ότι ο Αλκαίος κατατάσσεται με άνεση μεταξύ των κορυφαίων Ελλήνων στιχουργών, καθώς στο έργο του περιέχονται χαρακτηριστικά που ανέδειξαν κάποιους μεγάλους ομότεχνούς του - το νοηματικό βάθος ενός Μάνου Ελευθερίου, η καινοτομία και η έκπληξη ενός Κώστα Τριπολίτη, η πειστική μελαγχολία ενός Μανώλη Ρασούλη.

Η δική μου έμμονη ιδέα, όμως, διαβάζοντάς τους στίχους του βιβλίου, είναι λίγο πιο πεζή: πόσο μεγάλος συνθέτης είναι στ’ αλήθεια ο Θάνος Μικρούτσικος! Ναι, αξίζει μια αναφορά στον συγκεκριμένο δημιουργό, με αφορμή τον Αλκαίο, διότι είναι αξιοσημείωτο το πώς συναντήθηκε ιδεολογικά και αισθητικά με την ποίησή του, το πώς εμπνεύστηκε τόσο πηγαία, και πώς οι δυο τους συν-δημιούργησαν μερικά από τα συγκλονιστικότερα ελληνικά τραγούδια. Ξεχωρίζουν, βεβαίως, οι - επιτρέψτε μου την ιεροσυλία - τρεις εθνικοί ύμνοι: το «Ερωτικό», η «Ρόζα» και το «Πάντα γελαστοί». Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Από το «Κακόηθες Μελάνωμα» μέχρι το «Σιντάρτα» κι από την «Πρωινή ή βραδινή σερενάτα» μέχρι το «Μια παλιά φωτογραφία» και το «Spleen», δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την τέλεια αυτή σύζευξη λόγου και μελωδίας, αυτόν τον καταιγισμό ποιητικών και μουσικών εικόνων και συναισθημάτων.

Και αυτή η σκέψη πηγαίνει σχεδόν αυτόματα στην επόμενη: ότι, δυστυχώς, οι στίχοι του Αλκαίου δεν φαίνεται να ευτύχησαν στα χέρια πολλών από τους υπόλοιπους συνθέτες ή τραγουδοποιούς. Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις - το υποβλητικό «Πρωινό Τσιγάρο» του Νότη Μαυρουδή, για παράδειγμα, ή το «Εντελβάις» και το «Κιφ» του Μάριου Τόκα, ή το «Πόρτο Ρίκο» του Σταμάτη Μεσημέρη βεβαίως βεβαίως. Αλλά η πλειοψηφία των στίχων της πιο πρόσφατης περιόδου του ποιητή - ας την ορίσουμε συμβατικά από το 2000 και δώθε - δεν κατέγραψαν την ίδια επιδραστικότητα. Δύο βασικούς λόγους διακρίνω, εντελώς υποκειμενικά, για την ερμηνεία του γεγονότος αυτού: α) η διασύνδεση των στίχων του Αλκαίου με τη μουσική μονοτονία του Σωκράτη Μάλαμα· και β) η ίδια η μετάλλαξη της στιχουργικής του Αλκαίου που τείνει να προσαρμοστεί με βασικά μοτίβα του ρεύματος των «έντεχνων» τραγουδοποιών που κυριάρχησε στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Για τον πρώτο παράγοντα δεν μπορούν να ειπωθούν και πολλά - περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, και η δική μου όρεξη είναι αλήθεια ότι δεν σηκώνει την απουσία μελωδικών εξάρσεων που χαρακτηρίζει την τέχνη του Μάλαμα. Και η ίδια μελωδική «σαστιμάρα», ας μου επιτραπεί ο όρος, χαρακτηρίζει τα τραγούδια που μελοποίησαν τόσο ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου όσο και ο Μπάμπης Στόκας την ίδια περίοδο (2009 και 2012 αντίστοιχα).

Το δεύτερο σημείο, όμως, αξίζει μιας σύντομης επεξήγησης. Αίσθησή μου είναι ότι στην πορεία ο στίχος του Αλκαίου παγιδεύεται εκεί ακριβώς όπου παγιδεύθηκε και το σύνολο της έντεχνης τραγουδοποιίας κάπου εκεί στην αλλαγή του αιώνα: στον δεύτερο ενικό, στην προστακτική, στην εξύμνηση των φυσικών στοιχείων, και σε μια στροφή προς δημοτικίζοντα μοτίβα εις βάρος της έκπληξης και των σύνθετων νοημάτων. Ακόμα περισσότερο, η αφήγηση μιας ιστορίας αντικαθίσταται από την παράθεση κοφτών «αληθειών» - γνωμικών, αν θέλετε. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ταυτότητα των στίχων του Αλκαίου τα τελευταία 10-12 χρόνια της ζωής του, εξ ου και το αξιωματικό ύφος ετούτων εδώ των παρατηρήσεων. Δεν είναι τυχαίο, πάντως, που το μελοποιημένο από τον Μίλτο Πασχαλίδη «Αγύριστο κεφάλι», το δημοφιλέστερο ίσως τραγούδι του Αλκαίου αυτής της περιόδου, απομακρύνεται από τα χαρακτηριστικά αυτά επιστρέφοντας στην ένταση των εικόνων, στη μεγάλη ιστορική κλίμακα, και στην πολλαπλότητα των νοημάτων.


Συμπερασματικά, η έκδοση των μελοποιημένων στίχων του Άλκη Αλκαίου είναι ένα σημαντικό γεγονός τόσο για το ελληνικό τραγούδι όσο και για τα ευρύτερα πολιτιστικά μας πράγματα. Για την ακρίβεια, εάν η Ελλάδα καταλάβαινε και εκτιμούσε τον πολιτισμό της και το μέγεθος κάποιων δημιουργών, αυτό θα ήταν το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Γι’ αυτό και αξίζουν συγχαρητήρια τόσο στη Μαρία Γεωργιάδου όσο και στον Θανάση Συλιβό των εκδόσεων Μετρονόμος για αυτό το επίτευγμα. Μόνη μου παρατήρηση η ανάγκη αναγραφής του ονόματος της επιμελήτριας σε επόμενη έκδοση του βιβλίου. Και μια χάρη για το τέλος: μήπως είναι ώρα να επανεκδοθεί η τόσο δυσεύρετη ποιητική συλλογή «Εμπάργκο» του Άλκη Αλκαίου;

Δεν υπάρχουν σχόλια: