Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

Το θέατρο στον λόγο του Μάνου Ελευθερίου


Κυριάκος Ρόκος: "Μάνος Ελευθερίου"



Το θέατρο στον λόγο του Μάνου Ελευθερίου


του Μάνου Ορφανουδάκη


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τ. 58, Οκτ. - Δεκ. 2015.

Παιδί της παρηκμασμένης, πιά, -μα με τεράστιο πολιτιστικό βάρος- Ερμούπολης του 20ου αιώνα, ο Μάνος Ελευθερίου έρχεται σε επαφή με το θέατρο σε ηλικία δώδεκα ετών. Μαζί με τον συμμαθητή και «φίλο της καρδιάς του», όπως τον έχει χαρακτηρίσει, Λεωνίδα Αγγέλου επισκέπτονται, τις περισσότερες φορές κρυφά, το ιστορικό Θέατρο «Απόλλων». Στο ίδιο θέατρο, τον χειμώνα του 1953, θα είναι παρόν στην τελευταία παράσταση της Μαρίκας Κοτοπούλη και θα γίνει μάρτυρας του στερνού αποχαιρετισμού της προς το σανίδι του θεάτρου: «καημένο θέατρο, γέρασες κι εσύ σαν κι εμένα…».

Παράλληλα,  η μεσόπορτα φυσαρμόνικα που χωρίζει τα δύο δωμάτια υποδοχής στο πατρικό των Ελευθερίου γίνεται η αυλαία όπου ο μικρός Μάνος παρουσιάζει στους φίλους του τα θεατρικά του δρώμενα –το θέατρο τον έχει γοητεύσει.

Στα επόμενα χρόνια η σχέση του Μάνου Ελευθερίου με το θέατρο γίνεται δεσμός. Πηγαίνει, μανιωδώς, σε θεατρικές παραστάσεις και, για μερικά χρόνια, παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής τα οποία αφήνει ανολοκλήρωτα –δεν τον ενδιαφέρει τόσο να γίνει ηθοποιός αλλά να μάθει, εκ των έσω, τη λειτουργία του θεάτρου με σκοπό, κάποτε,  να γίνει θεατρικός συγγραφέας.

Η συνέχεια είναι, λίγο πολύ, γνωστή: τον κερδίζει η ποίηση, ο στίχος για τραγούδι και το μυθιστόρημα. Το θέατρο παραμένει μεγάλη του αγάπη και παίρνει, παράλληλα, σημαντική θέση στο θεματολόγιο του έργου του. Μάλιστα, το 1993 εκδίδει το πρώτο μέρος από την πολύτομη μελέτη του για το θέατρο στην Ερμούπολη του 20ου αιώνα, με τους περισσότερους τόμους, σήμερα, να έχουν εξαντληθεί.

Δεκάδες είναι τα τραγούδια του Ελευθερίου που έχουν θεατρικές αναφορές ή θεατρικό περιεχόμενο και εμφανίζονται, κυρίως, μετά τη δεύτερη δεκαετία του στη δισκογραφία. Συγκεκριμένα, το 1980 στο δίσκο «Χωρίς ταυτότητα» (Polydor) του Γιώργου Χατζηνάσιου με τη Τάνια Τσανακλίδου, ο Ελευθερίου μας εισάγει στον καινούργιο θεματικό του κόσμο με μία αναφορά στη σπουδαία ηθοποιό Κυβέλη, η οποία είχε φύγει από τη ζωή δύο χρόνια πριν: Έπαιζε ο θίασος Κυβέλης/ αν θυμάσαι, δράμα της τιμής («Ο τόπος ο δικός μας»).

Έκτοτε, οι θεατρικές αναφορές πολλαπλασιάζονται, είτε για ανώνυμους θεατρίνους

Ένα τραγούδι μου απόψε σας αφήνω/ που μου το πέταξε το φως της αστραπής./ Φανάρι κόκκινο που σέρνει θεατρίνο/ να παίζει έξω απ’ τα φώτα της σκηνής. («Ένα τραγούδι»)

Κρυμμένη μες στις βυσσινιές κουρτίνες,/ ντοπαρισμένη με βαριά πιοτά,/ μιμείσαι τις παλιές τις θεατρίνες/ που πάντα κλαίγαν μ’ αναφιλητά. («Ασπρόμαυρη ταινία»)

Μεσάνυχτα κατέβαινα προς το Μεταξουργείο./ Το «Βέμπο» ήτανε κλειστό, σβηστό το «Περοκέ»./ Και μόνο τα φαντάσματα χαμένων θεατρίνων/ τριγύριζαν με νυφικά γυρεύοντας σουξέ.

Μες στη βροχή περπάτησα ως την Ακομινάτου./ Η Πόπη ήταν στο στέκι της, ο κόσμος στη σκοπιά./ Κι είδα τους επιτάφιους χαμένων θεατρίνων/ ντυμένων αυτοκράτορες με ψεύτικα σπαθιά. («Μεταξουργείο»)

είτε για ήρωες του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Ένας διαβάζει περσινές εφημερίδες/ κι άλλος ακούει σ’ ένα μέντιουμ το μέλλον του./ Άλλος πουλάει μισοτιμής παλιές ελπίδες/ κι άλλος το ρόλο του ετοιμάζει στον Οθέλο του.

Ένα κορίτσι έχει ντυθεί την Οφηλία/ κι ακροβατεί σαν το πουλάκι στο μπαλκόνι της./ Ξενύχτες άγγελοι γυρνούν στην παραλία/ με μια τσιγγάνα που γελάει πάντα μόνη της.
(«Η άγια μέθη»)

Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης/ έσβησες μ’ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής./ Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις/ μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής.(«Ο Άμλετ της Σελήνης»)

Ντυμένος Άμλετ στη βροχή γυρνώ στην επαρχία./ Ζητώ να βρω ποιος μου ’δωσε τσιγάρο μια στιγμή./ Ποιος άγνωστος με πίστεψε πως θα `ναι επιτυχία/ χωρίς εμένα αν παιχτεί το έργο στη σκηνή. («Ο Άμλετ της βροχής»)

Τρελή σελήνη, μάγισσα γριά/ σαν φάντασμα του Μακβεθ τα λιβάδια/ που τρώει τα σπασμένα του γυαλιά/ και τα σκυλιά χορταίνει με σμαράγδια. («Εν Ερμουπόλει»)

Εκτός από τις θεατρικές αναφορές, ο Ελευθερίου χρησιμοποιεί και «θεατρικό υλικό» για να εκφράσει καθολικές καταστάσεις –κυρίως ερωτικές απογοητεύσεις

Με τα κουρέλια σου έχω ντύσει μια ζωή/ μα εσύ νομίζεις πως παράσταση θα κάνω/ και πως θ’ ανέβω κάποια μέρα στη σκηνή/ και μ’ ένα ψεύτικο μαχαίρι θα πεθάνω. («Τα κουρέλια»)

Αυτός ο έρωτας φαινόταν/ απ’ την αρχή πως ήταν ξένος-/ έρωτας καταδικασμένος./ Σα μια παράσταση του χτες/ που είμαστε εμείς οι θεατές/ κι εκείνος σαν ηθοποιός κατατρεγμένος. («Αυτός ο έρωτας»)

Έχεις κάνει τόσες πρόβες, Θε μου,/ που έπρεπε το έργο να το ζεις.(«Έστω κι από λύπη»)

Κι όταν σε σκέπασε η αυλαία/ τα λόγια σου τα τελευταία/ ήταν πως έπρεπε να με εμπιστευτείς.(«Τα ψευδώνυμά σου»)

Στη μέση της παράστασης κλείσαμε την αυλαία./ Χάθηκαν μες στα λόγια τους οι πρωταγωνιστές./ Τώρα το έργο παίζεται αλλού, αλλιώς κι ωραία,/ το έργο εμείς που γράψαμε για τ’ αύριο και το χθες.(«Αυτοί που χειροκροτούσαν»)

Ήμουν πρωταγωνιστής/ κι έγινα αναπληρωτής/ μες στο έργο που θα παίζαμε κι οι δυο μας. («Ο πρωταγωνιστής»)

Αυτός ο έρωτας δε μένει πια εδώ,/ έστησε θέατρο αλλού για παραστάσεις./ Κι αυτό το έργο δυο φορές δε θα το δω/ γιατί στα δράματα δεν πας για να γελάσεις.(«Ο έρωτας δε μένει πια εδώ»)

Σε άδειο θέατρο χωρίς τους θεατές/ μέσα στη νύχτα σαν καράβι ταξιδεύεις./ Βρίσκεις λιμάνια που βουλιάξανε στο χθες/ και να βρεθείς ξανά στο χάος κινδυνεύεις.

Είχα μια αγάπη τ’ όνειρό μου ν’ ακουμπώ/ κι έγινε θέατρο κι αυτό πυρπολημένο./ Δεν έχει πόρτα μήτε είσοδο να μπω./ Μονάχα ένα θεατή και μεθυσμένο.(«Σε άδειο θέατρο»)

Θα μείνεις σαν ανάμνηση μιας μακρινής γιορτής./ Στο έργο αυτό που έπαιζα κι έμεινα θεατής./ Μια χώρα που δε γνώρισα θα μείνεις τελικά./ Σαν έργο δίχως πρόσωπα και δίχως σκηνικά.(«Ανάμνηση»)

Σ’ ένα σάπιο παίξαμε σανίδι/ και στο τέλος όλα πια τα χάσαμε. («Που πηγαίνεις, που πηγαίνω;»)



Ο Μάνος Ελευθερίου με το σπαρτίτο του Άγιου Φεβρουάριου (φωτο: Σωτήρης Κακίσης)



Επίσης, τον απασχολεί η προδοσία και τα κρυμμένα προσωπεία σε μία σχέση, με το ψέμα και την υποκρισία να παρομοιάζονται σαν ρόλος, και μάλιστα κακοπαιγμένος

Ήσουν κορμί χωρίς ψυχή,/ σαν κάποια κούκλα πλαστική/ σε μια βιτρίνα κάπως αινιγματική./ Κι έπαιζες ρόλους φυσικά/ με λόγια συνθηματικά/ σε μια σκηνή και μ’ άλλου έργα σκηνικά. («Κορμί χωρίς ψυχή»)

Σ’ άρεσε πάντα το σκοτάδι της σκηνής/ και λόγια του έρωτα να λες πάντα μονάχη. («Είσαι μια χώρα»)

Πόσους ρόλους θα παίξεις/ σε μια ξένη σκηνή; («Ποια κρεβάτια ζεσταίνεις;»)

Στα χέρια πήγες αλληνής/ κι εκεί στο βάθος της σκηνής/ κάθε βραδιά αλλάζεις μάσκα και σανίδι.(«Στα χέρια πήγες αλληνής»)

Σκυμμένη πάνω στο μπουκάλι/ τους ρόλους σου μονολογούσες./ Σιωπές μονάχα αφαιρούσες/ κι όλα τα κλικ απ’ τη σκανδάλη.(«Σταθμάρχες»)

Κλείσ’ τα παντζούρια κι άναψε το φως./ Παράσταση θα δώσω μια θυσία./ Θα τυλιχτώ μ’ ένα σεντόνι μοναχός/ να υποδυθώ μ’ ένα φιλί την προδοσία.(«Παράσταση θα δώσω»)

Τα μυστικά σου μην τα καις/ γιατί θα γίνουν φυλακές/ εκεί που ζούνε μοναχά οι ερωτευμένοι./ Γι` αυτό στο έργο το γνωστό/ έπαιξες με το σκηνικό/ σαν θεατρίνα που είναι πάντα μεθυσμένη.(«Τα μυστικά σου μην τα καις»)

Στη στιχουργική του Ελευθερίου το θέατρο δεν περιορίζεται μέσα σε τέσσερις τοίχους. Αντιθέτως, όλοι μας πατάμε πάνω σε ένα θεατρικό σανίδι, με τους περισσότερους να έχουν το ρόλο κομπάρσου 

Μες στο θέατρο του κόσμου τριγυρνώ/ μ’ ένα ρόλο που κι εγώ τον συντηρώ. («Μες στο θέατρο του κόσμου»)

Σε λίγο η παράσταση τελειώνει/ στο θέατρο που φτάσαμε είναι αργά/ κι οι ψεύτικες οι μάχες και οι φόνοι/ μπροστά μας θα παιχτούν αληθινά.(«Παλιές νομοθεσίες»)
Χάθηκες μες στους ρόλους σου σα να `σουν θεατρίνος./ Χάθηκες απ’ το πρόσωπο της γης μη σταυρωθείς.(«Όλα τα χρώματα του μπλε»)

Όλοι θέλουν τη χαρά δωρεάν και με φτερά./ Ποιος ζητάει ν’ αγοράσει λόγια που τα λεν κομπάρσοι; («Χάρισα καρδιά και σώμα»)


Τέλος, ο Μάνος Ελευθερίου δημιούργησε ένα αόρατο μα τέλειο θεατρικό σύμπαν, με ηθοποιούς, κομπάρσους, σκηνικά, ατάκες και σιωπές, το οποίο ντύθηκε και έντυσε τραγούδια. Πλέον, μας κοιτάζει πίσω από τα γυαλιά του με ένα αινιγματικό χαμόγελο, όπως εκείνοι που αυτά που χάσανε κανένας πια δεν τα ’χει/ κι από μια αυλαία κόβουνε κομμάτια να ντυθούν («Οι Γέροι»).




Δεν υπάρχουν σχόλια: