Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2019

Αδημοσίευτη συνέντευξη του Τάκη Μπουγά στον Μάκη Γκαρτζόπουλο

με τη Βίκυ Μοσχολιού



Τάκης Μπουγάς:


«Η τέχνη του τραγουδιού δεν χωράει ταμπέλες»


τη συνέντευξη έλαβε ο Μάκης Γκαρτζόπουλος


Την ίδια στιγμή που ένα δικό του τραγούδι μπορεί να πυροδοτήσει το ξεφάντωμα σε μια πίστα νυχτερινού κέντρου, κάποιο άλλο, επίσης δικό του, είναι ικανό να δημιουργήσει μοναδική ατμόσφαιρα σε μια μικρή μουσική σκηνή. Ο Τάκης Μπουγάς είναι απρόβλεπτος όπως και τα τραγούδια του. Μια παλιότερη συζήτηση που είχαμε και παρέμεινε αδημοσίευτη μέχρι σήμερα.



Τι θα περιελάμβανε ένας σύντομος απολογισμός της μέχρι τώρα πλούσιας δισκογραφικής σας πορείας, την οποία ομολογουμένως δεν γνωρίζει ο πολύς κόσμος;

Ήμουν τυχερός και μπήκα στο χώρο από πολύ νωρίς. Το διαβατήριο μου ήταν το πρώτο τραγούδι που έγραψα, το Άννα (δεν είναι η βροχή), που τραγούδησε ο Κώστας Καράλης το 1979. Δεν αισθάνθηκα ποτέ επαγγελματίας συνθέτης που γράφει τραγούδια για να βγάλει χρήματα. Έχω τελειώσει μαθηματικός και θα μπορούσα κάλλιστα να διδάσκω αυτή τη στιγμή, εάν από νωρίς είχα διαπιστώσει ότι δε θα ήταν εύκολο να ζήσω από τη μουσική. Βλέποντας όμως ότι τα καταφέρνω, επέλεξα να αφιερωθώ και να σπουδάσω μουσική και νιώθω πραγματικά ευτυχισμένος που ήρθαν έτσι τα πράγματα.

Γράφετε τραγούδια έχοντας εκ των προτέρων στο μυαλό σας συγκεκριμένο ερμηνευτή;

Όχι. Μέχρι τώρα δεν έχω φτιάξει τραγούδια για κανέναν ερμηνευτή ειδικά. Δε γράφω ποτέ κατά παραγγελία. Διατηρώ την πολυτέλεια να γράφω τραγούδια όποτε το έχω ανάγκη, μαζεύεται ένας αριθμός από αυτά, και όταν έρθει η στιγμή ξεχωρίζω κάποια και ψάχνω για ερμηνευτές.

Έτσι έγινε και με το δίσκο Απόψε όλα θα στα πω, για να πάρουμε σαν παράδειγμα έναν από τους πολυσυμμετοχικούς σας δίσκους;

Ακριβώς. Αυτή ήταν μία πρωτοβουλία του Ηλία Μπενέτου. Επέλεξε έντεκα τραγούδια από αυτά που είχα συγκεντρώσει, και αμέσως άρχισε να προτείνει ονόματα ερμηνευτών που θα ταίριαζε να τα πουν. Η ιδέα ξεκίνησε από το Μυαλό δε θα βάλει, όπου μου πρότεινε αμέσως τον Δημήτρη Μητροπάνο. Εμένα δε μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι θα το έλεγε εκείνος το τραγούδι. Μόλις το άκουσε ο Μητροπάνος είπε κατευθείαν, «αυτό το τραγούδι είναι για μένα». Βρήκε ένα κομμάτι του εαυτού του στους στίχους τού Γιώργου Παυριανού. Η αλήθεια είναι ότι μάς πήρε αρκετό χρόνο μέχρι να μάς δοθεί η άδεια από την εταιρεία του, όμως τελικά το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό κι εγώ είμαι πολύ χαρούμενος που για πρώτη φορά είπε δικό μου τραγούδι αυτός ο μεγάλος τραγουδιστής. Πάνω απ’ όλα με ενδιαφέρει ο ερμηνευτής να έχει προσωπικότητα. Μια και μιλάμε για το Απόψε όλα θα στα πω, ο Θέμης Αδαμαντίδης, η Μελίνα Ασλανίδου, ο Δημήτρης Μπάσης, η Ευδοκία και ο Σαράντης Σαλέας που συμμετέχουν στο συγκεκριμένο δίσκο, είναι ερμηνευτές που διαθέτουν ψυχή. Απ’ την άλλη, ο Δάντης που επίσης συμμετέχει, είναι και ο ίδιος δημιουργός και δε θα έλεγε τραγούδια άλλου συνθέτη εάν δεν τα γούσταρε πραγματικά, και θεωρώ τη φωνή του από τις καλύτερες που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Ελλάδα.



με τον Γιάννη Πάριο



Δεν είναι ο μοναδικός πολυσυμμετοχικός δίσκος σας αυτός.

Σωστά. Αυτό ξεκινάει από παλιά. Το 1983 έκανα το δίσκο Μίλα μου απλά σε στίχους του Αντώνη Ανδρικάκη με την Ελένη Δήμου, τον Μανώλη Λιδάκη και τον Γιάννη Πάριο. Ήταν η πρώτη φορά που ο Ανδρικάκης έγραψε στίχους. Εκείνη την εποχή ήταν συντάκτης στο περιοδικό Ήχος και μεταξύ άλλων έγραφε και δισκοκριτικές. Είχα προσέξει το γράψιμό του και τον τρόπο με τον οποίο χειριζόταν τη γλώσσα στα κείμενά του, τον βρήκα μέσω του περιοδικού και τού πρότεινα να γράψουμε μαζί κάποια τραγούδια. Ένας ακόμα πολυσυμμετοχικός δίσκος είναι το Ρίνγκ σε στίχους του Κώστα Τριπολίτη με τη Μαρινέλλα, την Τάνια Τσανακλίδου και τη Μαρία Κανελλοπούλου.

Ο κατάλογος των ερμηνευτών που έχουν πει τραγούδια σας είναι εντυπωσιακός. Ποιον να πρωτοαναφέρουμε: από την Τάνια Τσανακλίδου, τη Βίκυ Μοσχολιού, την Ελένη Βιτάλη, τον Μανώλη Μητσιά, τον Γιάννη Πάριο, ακόμα και τον Χάρρυ Κλύνν, μέχρι τον Γιώργο Μαζωνάκη, την Πέγκυ Ζήνα και την Άντζελα Δημητρίου, συνεργασίες ασφαλώς ετερόκλιτες. Μήπως αυτό δημιουργεί σύγχυση στο κοινό σχετικά με τη μουσική σας ταυτότητα;

Έτσι όπως είναι σήμερα το τραγούδι, την ταυτότητα σε ένα κομμάτι τη δίνει ο ερμηνευτής. Εάν τραγούδαγα εγώ τα τραγούδια μου τότε θα είχαν τη συγκεκριμένη ταυτότητα που αναφέρατε. Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι ο φίλος μου ο Αντώνης Βαρδής. Πριν τραγουδήσει ο ίδιος τα τραγούδια του, έπαιρναν την ταυτότητα των ερμηνευτών. Απλώς, ο Αντώνης ήταν ένας πολύ καλός ερμηνευτής και από τη στιγμή που βγήκε ο ίδιος και είπε τα τραγούδια του, απέκτησαν συγκεκριμένη ταυτότητα, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα σε αυτά που στο παρελθόν είχαν πει άλλοι τραγουδιστές και τα ξαναηχογράφησε με τη φωνή του.

Δε νομίζετε δηλαδή ότι, ο ακροατής δικαιολογημένα αισθάνεται μπερδεμένος από τη στιγμή που γνωρίζει (εάν το γνωρίζει) ότι έχετε γράψει την Αλλιώτικη μέρα που ερμήνευσε μοναδικά η Τσανακλίδου και παράλληλα υπογράφετε ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γιώργου Μαζωνάκη για παράδειγμα, όπως το Θέλω να γυρίσω στα παλιά ή το Ένα κενό; Τελικά, τι μουσική γράφει ο Τάκης Μπουγάς, σε ποιους απευθύνεται;

Τον Μπουγά να τον κρίνετε εάν γράφει καλά ή κακά τραγούδια. Μην κρίνετε το τραγούδι από το ποιος το λέει, αλλά από το εάν είναι ένα καλό ή κακό τραγούδι. Η ατμόσφαιρα που εκπέμπει η Αλλιώτικη μέρα πηγάζει από τις τεράστιες εκφραστικές δυνατότητες που διαθέτει η Τσανακλίδου. Σε τι διαφέρει η Αλλιώτικη μέρα από το Ένα κενό που αναφέρατε; Θα μπορούσε να το είχε πει η Τσανακλίδου, βεβαίως με άλλη ενορχήστρωση και διαφορετικό στήσιμο, και να το αντιμετωπίζατε με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ ότι τώρα που το είπε ο Μαζωνάκης. Σημασία έχει εάν το τραγούδι είναι καλό. Να κι ένα παράδειγμα: το τραγούδι Τα καταφέραμε λοιπόν που είπε ο Μαζωνάκης, αρχικά προοριζόταν για την Τσανακλίδου. Δεν έτυχε να το πει. Αν το έλεγε τελικά η Τάνια, σίγουρα θα το βλέπατε με άλλο μάτι.

Δε σας απασχολεί το ρεπερτόριο που έχει κάποιος ερμηνευτής πριν του δώσετε ένα δικό σας τραγούδι;

Όχι, καθόλου. Δεν εξετάζω ποτέ το «ποινικό μητρώο» (σε εισαγωγικά) κανενός ερμηνευτή. Ποτέ δε με απασχόλησε τι έχει τραγουδήσει ο καθένας πριν συναντηθεί με ένα δικό μου τραγούδι. Πρώτ’ απ’ όλα με ενδιαφέρει να με καλύπτει μουσικά˙ αυτή είναι μία απαραίτητη προϋπόθεση. Παράλληλα, μου αρέσει να δουλεύω λιγάκι …οικογενειακά. Με ενδιαφέρει να έχω προσωπική σχέση με όσους συνεργάζομαι, από τον στιχουργό και τον ερμηνευτή μέχρι τους μουσικούς. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν μπορώ να λειτουργήσω. Είναι μια «ερωτική» σχέση που χωρίς αυτή δεν θα μπορούσα να διατηρήσω την μη επαγγελματική επαφή με τη μουσική που σας ανέφερα και στην αρχή. Με ενδιαφέρει να δένει η χημεία μου με όποιον συνεργάζομαι.



με τον Δημήτρη Μητροπάνο



Υπάρχουν ερμηνευτές που θα θέλατε να πουν τραγούδια σας και δεν έχετε συνεργαστεί ποτέ μαζί τους;

Βεβαίως και υπάρχουν. Έχω μεγάλο πάθος με τη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Δεν έχω μπει ποτέ στον πειρασμό να γράψω κάτι ειδικά για τη φωνή της. Επίσης θαυμάζω πολύ και την Ελένη Τσαλιγοπούλου.

Εξετάζοντας τη δισκογραφία σας λεπτομερώς, παρατήρησα για παράδειγμα ότι στο τραγούδι Ποτέ που ερμηνεύει η Ασλανίδου, συμμετέχει ο Μανώλης Καραντίνης, όχι παίζοντας μπουζούκι όπως θα ήταν αναμενόμενο, αλλά ηλεκτρική κιθάρα! Σας αρέσει να παίζετε στο στούντιο; Να βάζετε μουσικούς να αλλάζουν ρόλους;

Μου κάνει εντύπωση που το παρατηρήσατε! Ναι, μου αρέσουν πολύ αυτές οι ανατροπές. Έχω προτείνει σε ακόμα παλιότερες ηχογραφήσεις στον Βασίλη Σαλέα να παίξει σαξόφωνο, και το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Για το συγκεκριμένο τραγούδι που αναφέρατε, το Ποτέ, όταν είπα του Μανώλη να έρθει να παίξει ηλεκτρική κιθάρα δέχτηκε αμέσως και μάλιστα το έκανε χωρίς να πληρωθεί. Είναι αυτή η χημεία, η «ερωτική» σχέση που σας έλεγα και πριν.

Παρακολουθείτε όλα όσα συμβαίνουν στα μουσικά πράγματα;

Παρακολουθώ τα πάντα, από τα μαγαζιά της παραλίας μέχρι τις μουσικές σκηνές. Γενικά, δε μου αρέσουν καθόλου οι ταμπέλες που διαχωρίζουν το τραγούδι σε «έντεχνο» και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Υπάρχει μόνο καλή και κακή μουσική. Η τέχνη του τραγουδιού είναι μεγαλειώδης και δε χωράει ταμπέλες. Με ενδιαφέρει να ακούω εμπνευσμένα τραγούδια απ’ όποιο χώρο και αν προέρχονται. Ακόμα και στα σκυλάδικα μπορεί να ακούσει κανείς εκπληκτικές μελωδίες.

Πως σας έχει φανεί όταν σε κάποια από αυτά τα μαγαζιά, έχετε ακούσει δικά σας τραγούδια;

Μου άρεσε. Κι αυτό γιατί, μου προσφέρει ικανοποίηση να αρέσει ένα δικό μου τραγούδι σε εσένα που έχεις μία ποιότητα, να αρέσει όμως και σε εκείνον που έχει μάθει να ακούει φτηνά τραγούδια. Γιατί δηλαδή να μην του δώσουμε να ακούσει και κάτι άλλο και να πάει ένα βηματάκι παραπέρα; Είναι τρομερά δύσκολο να απευθύνεσαι σε ένα τέτοιο κοινό, γιατί απλά πρέπει να χαμηλώσεις και να αγγίξεις έναν κόσμο που στερείται γνώσεων ή αν θες, αισθητικής. Και βεβαίως, δεν εννοώ να γράψω κι εγώ φτηνά τραγουδάκια, αλλά ένα αξιοπρεπές τραγούδι που να απευθύνεται και σε αυτό το κοινό. Το τραγούδι είναι μία στιγμούλα όπου αυτό που ακούς σε πιάνει, γίνεται δικό σου, ταυτίζεσαι μαζί του. Όταν λοιπόν βλέπω ένα δικό μου κομμάτι να έχει απήχηση σε αυτό το κοινό, δεν μπορώ παρά να νιώθω ότι κάτι έχω προσφέρει. Έχει και ένα χαρακτήρα παιδευτικό το τραγούδι, κι αυτή είναι μία απ’ τις σημαντικότερες αποστολές του. Όσο περισσότερο κόσμο ακουμπήσει, τόσο μεγαλύτερο είναι και το όφελος. Και βεβαίως, δεν το εννοώ εισπρακτικά. Μιλάω αποκλειστικά για την ικανοποίηση που νιώθω όταν το τραγούδι μου γίνεται γνωστό σε ένα ευρύ, και κατά τη γνώμη μου δύσκολο κοινό. Για παράδειγμα, μου ζήτησε το 2006 ο Γιώργος Γιαννιάς το Ετοιμάζω ταξίδι που πρώτη είχε τραγουδήσει καταπληκτικά η Ελένη Δήμου, και βεβαίως δέχτηκα. Έτσι γνώρισε η νέα γενιά ένα κομμάτι που, το 1984 όταν πρωτοκυκλοφόρησε είχε κάνει πάταγο, όμως είχε μικρές πιθανότητες να φτάσει σε αυτό το νεαρό κοινό μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια.

Δε φαίνεται να λειτουργούν πολλοί συνθέτες με βάση αυτό το σκεπτικό.


Σας είπα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι εγώ την προσφορά μέσω του τραγουδιού. Το να επιμένει κανείς να  γράφει τραγούδια για λίγους, δεν είναι προσφορά. Όπως ακριβώς σας ανέφερα πριν ότι δεν εξετάζω το ρεπερτόριο κανενός ερμηνευτή για να του δώσω να πει ένα δικό μου τραγούδι, έτσι ακριβώς δεν με απασχολεί και το «ποινικό μητρώο» του κοινού στο οποίο απευθύνεται το τραγούδι μου. Αντίθετα, θεωρώ μεγάλη πρόκληση να καταφέρω να μιλήσω απλά και να αγγίξω μια μερίδα του κοινού που ίσως κάποιοι του φέρονται με απαξίωση. Εμείς που δημιουργούμε, πρέπει να σηκώνουμε το κοινό ένα πόντο ψηλότερα, γιατί η πολιτεία και τα ΜΜΕ δεν το κάνουν. Μονάχα η τέχνη μπορεί να το κάνει.



με τον Χάρρυ Κλυνν

Δεν υπάρχουν σχόλια: