Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Ο Γιώργος Ε. Παπαδάκης για τα δημοτικά τραγούδια και τον Μπάμπη Τσέρτο





Γιώργος Ε. Παπαδάκης: «ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής»


Τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι εκθέματα μουσειακά, παρ’ ότι καμιά φορά παρουσιάζονται έτσι. Αν και είναι δημιουργήματα παλαιότερων εποχών και κοινωνιών, διαφέρουν ωστόσο, από τα παλαιά αντικείμενα τέχνης που κοσμούν τα μουσεία (π.χ. ένας αμφορέας, ένας κύλιξ, ή ο Παρθενώνας) κι αυτό, για τον απλούστατο λόγο ότι η μουσική, μαζί με το θέατρο και τον χορό, ανήκουν στις τέχνες εκείνες που, προκειμένου να γίνει το έργο τους αντιληπτό, είναι απαραίτητο να μεσολαβήσει ο ζωντανός άνθρωπος για να το υλοποιήσει. Έτσι, ενώ για τα παλαιά έργα των πλαστικών τεχνών μπορούμε να ξέρουμε πώς ακριβώς ήταν αυτά την εποχή που δημιουργήθηκαν, για τα δημοτικά τραγούδια γνωρίζουμε μόνο τη μορφή με την οποία έφτασαν μέχρι τον κάθε ερμηνευτή που ακούμε να τα αποδίδει. Τα έργα, ακόμα και της γραμμένης με νότες, μουσικής, κάθε φορά που παίζονται αναδημιουργούνται. Ως εκ της φύσεώς, κάθε μουσική εκτέλεση είναι μοναδική και ανεπανάληπτη επειδή ενσωματώνει όχι μόνο τις ικανότητες και τις ιδέες του ερμηνευτή για το έργο, αλλά ολόκληρη την ψυχοσύνθεσή του, καθώς και τις διαθέσεις του, που εξαρτώνται από πολλούς μεταβλητούς παράγοντες κάθε στιγμή.

Πολύ περισσότερο ισχύουν όλα αυτά για τα δημοτικά τραγούδια που, όχι μόνο δεν βρήκαμε τη μουσική τους γραμμένη, αλλά επιπλέον η διαδικασία της προφορικής διάδοσης την υποβάλει σε μια αέναη επεξεργασία στο στόμα και στα χέρια εκατοντάδων τεχνιτών που ο καθένας, ως ζωντανός και φυσικός εκπρόσωπος της εποχής του και της κοινωνίας του, προσθέτει ή αφαιρεί, μεταποιεί ή δημιουργεί, εκατοντάδες εκδοχές που είναι πάντα «σύγχρονες» και «σύμφωνες» με το πνεύμα της κάθε κοινωνίας στην κάθε εποχή. Έτσι δημιουργήθηκαν οι δεκάδες παραλλαγές των τραγουδιών με το ίδιο θέμα και παρόμοια μουσική, οι οποίες καταγράφονται σήμερα στον ελληνικό χώρο. Μια απλή σύγκριση ανάμεσα στο πως παίζεται και πώς τραγουδιέται ένα δημοτικό τραγούδι σήμερα από τους φυσικούς του εκπροσώπους και πώς ακούγεται, το ίδιο τραγούδι, σ’ έναν δίσκο γραμμοφώνου π.χ. του 1920 θα μας δείξει αρκετά καθαρά μια πτυχή αυτής της μεταβολής.


Ανεξάρτητα λοιπόν από το γεγονός ότι πολλές φορές η παραδοσιακή μουσική χρησιμοποιείται (και όχι μόνο στην Ελλάδα) για να υπηρετήσει μη καλλιτεχνικές ή ακόμα και αντι-καλλιτεχνικές ανάγκες και σκοπιμότητες (μουσειακές, προγονολατρικές, φολκλοριστικές, πολιτικές ή προπαγανδιστικές) η μεγάλη της αξία βρίσκεται, χωρίς αμφιβολία, στην πρωτογενή καλλιτεχνική ύλη που εμπεριέχει και η οποία αποτελεί σπουδαία προσφορά - πρόκληση για κάθε ικανό και ευαίσθητο δημιουργό - ερμηνευτή που θέλει να δοκιμαστεί σε ένα από τα πιο δύσκολα και ταυτόχρονα πιο ενδιαφέροντα πεδία της τέχνης του.






Ο Μπάμπης Τσέρτος, εκτός από το ειλικρινές και ζωηρό του ενδιαφέρον για τη μουσική που μας κληροδοτεί η παράδοση καθώς και το φυσικό του χάρισμα, το οποίο τον τοποθετεί αξιοκρατικά στις πρώτες θέσεις των ερμηνευτών παραδοσιακών τραγουδιών, διαθέτει επίσης και δυο συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των παλαιών μεγάλων «μαστόρων του δημοτικού τραγουδιού. Το πρώτο είναι πως ζει και δραστηριοποιείται σε μια εποχή που αρχίζουν διεθνώς να εκτιμώνται - με πολλούς και διάφορους τρόπους - τα προϊόντα των εθνικών παραδόσεων των λαών, πράγμα που γενικά εξασφαλίζει περισσότερες ευκαιρίες και δυνατότητες καλλιέργειας στον τομέα αυτόν.

Το δεύτερο και σπουδαιότερο είναι ότι, ως τραγουδιστής, δεν είναι, από θέση, εγκλωβισμένος σε ένα μόνο είδος τραγουδιού και μάλιστα με αυστηρά οριοθετημένα στυλιστικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός αυτό διευρύνει σε μεγάλο βαθμό τους ορίζοντες και τις αναζητήσεις του σε ένα τόσο γόνιμο, αλλά ταυτόχρονα και επικίνδυνο, έδαφος, όπως είναι το παραδοσιακό μουσικό υλικό. Η προσέγγιση αυτής της μουσικής χρειάζεται μεγάλη προσοχή καθώς από τη μια μεριά παραμονεύει ο κίνδυνος της γραφικότητας που αφυδατώνει την παράδοση και την καθιστά νεκρό γράμμα, κι από την άλλη η πλαστογράφησή της από μια ενδεχόμενη κατάχρηση της «ποιητικής αδείας» που συνήθως απομακρύνει τον ερμηνευτή από το πνεύμα της μουσικής που θέλει να υπηρετήσει. Στον «κίνδυνο» αυτό, ο Μπάμπης Τσέρτος προτάσσει το αυτονόητο οφειλόμενο δέος που προκαλούν: η μακραίωνη ιστορία της μουσικής παράδοσης και οι κατακτήσεις των παλαιών γνωστών κορυφαίων μαστόρων της.

Επιπλέον, επειδή μεγάλωσε σε τόπο που το δημοτικό τραγούδι αποτελούσε ζωντανή καθημερινή έκφραση της κοινότητας, δεν είναι υποχρεωμένος - όπως άλλοι - να πιάσει, από την αρχή του, το νήμα που καθοδηγεί τον τραγουδιστή στους ερμηνευτικούς λαβυρίνθους του δημοτικού τραγουδιού. Είναι, δηλαδή, ένας φυσικός εκπρόσωπός του και ταυτόχρονα εκφραστής μιας γόνιμης ανησυχίας και αναζήτησης που προέρχεται από τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι εκείνο με το οποίο καταπιάνεται δεν έχει να κάνει απλώς με την τεχνική απόδοση των μουσικών φθόγγων, αλλά κυρίως με ανθρώπους, τωρινούς και περασμένους, που, δια των φθόγγων, δημιούργησαν μοντέλα της ζωής τους και του γύρω τους κόσμου, αποτυπώνοντας μέσα σ’ αυτά, ακέραια την ψυχή τους. Έχει δηλαδή να κάνει με το πνεύμα, το οποίο σε αντίθεση με το γράμμα, είναι λιγότερο ευπρόσιτο και απαιτεί ευρύτερη επισκόπηση προκειμένου να το εντοπίσει κανείς, να το κατανοήσει και, το κυριότερο, να το εκφράσει.

Αυτό ακριβώς ήταν και το ζητούμενο στον δίσκο αυτόν και προς τα εκεί προσανατολίστηκε η προσπάθεια προσέγγισης των προβλημάτων ερμηνείας εκ μέρους τόσο του Μπάμπη Τσέρτου, και των εκλεκτών στο είδος τους μουσικών συνεργατών, όσο και των διακεκριμένων συναδέλφων του ερμηνευτών Σάββα Σιάτρα, Χρόνη Αηδονίδη, Τζίμη Πανούση, Νάντιας Καραγιάννη και Μαρίας Φαραντούρη, που τιμού με τη συμμετοχή τους την εργασία αυτή. Το γεγονός μάλιστα ότι οι δυο τελευταίοι, αν και προέρχονται από διαφορετικό από το δημοτικό τραγούδι μουσικό χώρο, κατέθεσαν πρωτότυπες και εξαιρετικές ερμηνείες, υπογραμμίζει, πιστεύουμε, την αξία που έχει η αναζήτηση της καλλιτεχνικής ουσίας που εμπεριέχεται στο σχετικά «συντηρητικό» παραδοσιακό τυπικό. Το ιδιωματικό χρώμα και ο παλαιός τύπος είναι στοιχεία σεβαστά και πρέπει να τιμώνται και κυρίως να μας εμπνέουν. Είναι όμως ταυτόχρονα απαραίτητο να μη θυσιάζεται η ελεύθερη δημιουργική ορμή και φλόγα, που συνδιαλέγεται με τη σημερινή κοινωνία, καθώς η δημιουργία είναι συνώνυμο της ελευθερίας. Διαφορετικά, τα δημοτικά τραγούδια, αργά ή γρήγορα, θα οδηγηθούν στο μουσείο.

Γιώργος Ε. Παπαδάκης
CD Μπάμπης Τσέρτος - "Ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής", WEA, 2002.





Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Συνέντευξη με τον Λεωνίδα Μαριδάκη




Λεωνίδας Μαριδάκης:

«Πιστεύω στη φωτεινή πλευρά του ανθρώπου»



τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, τ. 69-70, Ιανουάριος-Μάρτιος 2019)


Η δική του «Βάρκα στο σπίτι» συγκαταλέγεται με διαφορά στις πολύ δυνατές δισκογραφικές στιγμές του 2018 για την ελληνική τραγουδοποιία. Αξιοθαύμαστη ρυθμική ευχέρεια, διακριτές μελωδίες, και μια ατμόσφαιρα σοβαρής ελαφρότητας χωρίς ευκολίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τον συναντάμε στην πιο ώριμη φάση του αλλά και στην πιο δυνητικά ρισκαδόρικη - ισορροπώντας μεταξύ μιας εξωστρέφειας που είναι πλέον mainstream και μιας εσωστρεφούς αναζήτησης που πηγάζει κι αυτή από βαθιά μέσα του. Κυρίες και κύριοι, ο Λεωνίδας Μαριδάκης!

«Βάρκα στο σπίτι» - νέος δίσκος και ομώνυμο τραγούδι σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Δεν μπορώ παρά να σας ρωτήσω για τη γνωριμία σας μαζί του.

Η γνωριμία μου μαζί του ήταν μια ευλογημένη στιγμή. Έγινε πολύ φυσικά και αβίαστα όταν με κάλεσε να παρουσιάσουμε το δεύτερο cd μου στη ραδιοφωνική εκπομπή του στον Αθήνα 9.84. Ήταν ήρεμος, στοχαστικός, και με ένα απόλυτα απροσδόκητο χιούμορ. Ένιωσα πως υπήρχε μια εκτίμηση κι από την μεριά του, και πως είχαμε μια καλή χημεία. Αυτό ήρθε να επιβεβαιωθεί λίγες μέρες μετά όταν βρεθήκαμε και μου έδωσε στίχους του χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια κουβέντα και χωρίς να το περιμένω. Αυτή η πρωτοβουλία του έμελε να μου δώσει κι έναν άλλο μουσικό προσανατολισμό: να αναμετρηθώ και με πιο συναισθηματικές και αφηγηματικές φόρμες τραγουδιού που, ενώ τις περιείχα σαν καλλιτέχνης, δεν είχαν ξεδιπλωθεί ως τότε. Η είδηση της απώλειάς του με βρήκε απροετοίμαστο και με πότισε με πολλή θλίψη.

Από τον προηγούμενο δίσκο σας, «Σε βάθος δρόμου», μεσολάβησαν οχτώ χρόνια. Γράφατε τραγούδια όλα αυτά τα χρόνια, ή τα βρήκατε σκούρα σε επίπεδο εταιρειών;

Αυτή η οκταετία ήταν ένα διάστημα πλούσιο σε ερεθίσματα αλλά και προκλητικό για μένα γιατί προσπαθούσα να βρω τις ισορροπίες μου. Έγραφα φυσικά τραγούδια όλο αυτό το διάστημα, έγραφα-έσβηνα, προσπαθώντας να δω προς τα πού πρέπει να κινηθώ. Εκεί συναντήθηκα με τον Ελευθερίου και η συνάντησή μας λειτούργησε σαν πυξίδα για μένα. Ταυτόχρονα, η κρίση μεσουρανούσε και οι δισκογραφικές είχαν συρρικνωθεί. Διάφοροι επιτήδειοι μπήκαν στην πιάτσα πουλώντας φούμαρα και προσπαθώντας να αρπάξουν ό,τι μπορούσαν από τους καλλιτέχνες. Αυτή ήταν και η δική μου εμπειρία - μια αναξιόπιστη δισκογραφική εταιρία που με έκανε να χάσω χρόνο και χρήμα. Περάσαμε δύσκολα πρόπερσι το καλοκαίρι. Ο Αντώνης Μποσκοΐτης, ένας δημοσιογράφος με τσαγανό και έγνοια για τους καλλιτέχνες, έβγαλε στο φως την αλήθεια βοηθώντας με, όπως και άλλους, να απεμπλακούμε και να ξαναβρούμε το βήμα μας. Κι έτσι η «Βάρκα στο σπίτι» βγήκε τελικά στον Μετρονόμο του Θανάση Συλιβού μια μικρή εταιρία με σημαντικό έργο που εκτιμώ και τη νοιώθω σαν σπίτι μου.

Στο έργο σας συνυπάρχουν η ανεμελιά με την ενδοσκόπηση, η ελαφρότητα με την υπαρξιακή αναζήτηση. Πόσο εύκολο είναι - σε ψυχολογικό, καταρχήν, επίπεδο - να διαχειριστείς αυτό το συναισθηματικό σταυροδρόμι;

Όσο περνάει ο χρόνος μαθαίνω να ζω με τις αντιφάσεις μου. Είναι κομμάτια του εαυτού μου όλα αυτά και όταν αφήνω κάποιο έξω από τη καλλιτεχνική μου διαδρομή δεν αισθάνομαι ολόκληρος. Δεν είναι εύκολο πάντα να συνδυάζω όλα αυτά τα αντίθετα στοιχειά μέσα σε ένα τραγούδι, όπως π.χ. το κέφι με ένα βαθύτερο περιεχόμενο, αλλά δεν μπορώ να κάνω και διαφορετικά. Είναι κάτι που μου βγαίνει φυσικά και όσο περνάει και ο χρόνος βλέπω πιο καθαρά πως αυτό είναι το δικό μου αποτύπωμα, η δική μου ταυτότητα στο τραγούδι.

Τι ακριβώς συνέβη και μεταπηδήσαμε από τη μελαγχολία της τραγουδοποιίας των 1990s στο μοντέλο του «χαρούμενου τραγουδιού»;

Αυτό το είδος τραγουδιού, ας το πούμε «μεταχατζιδακικό» έντεχνο (ως ύφος με πολλές αποχρώσεις βέβαια) έκανε έναν μεγάλο ωραίο κύκλο από τους πρωτεργάτες του που κάπως ολοκληρώθηκε ανοίγοντας σιγά σιγά ένα καινούργιο τοπίο. Υπάρχει τα τελευταία χρόνια μια βάθια ανάγκη να μπολιαστεί αυτό το είδος με νέους ήχους και ρυθμούς ώστε να μιλήσουμε για τον έρωτα, την απώλεια, τα όνειρα μας ή οτιδήποτε με έναν πιο πρωτότυπο και άφθαρτο τρόπο. Στην πραγματικότητα, βέβαια, στην εποχή μας όλα αυτά συνυπάρχουν. Στην φάση αυτή της ανανέωσης έχουμε την ευκαιρία εμείς οι νεότεροι καλλιτέχνες να προσεγγίσουμε την ανάγκη μας αλλά και την ανάγκη του κόσμου για απενοχοποίηση της χαράς, δημιουργώντας αυτό το ρεύμα που αναφέρεις.






Αυτά τα χρόνια της κρίσης, πού στραφήκατε για να διατηρήσετε τη θετική σας ματιά - όπως αυτή αντανακλάται στον δίσκο; Από πού αντλήσατε δύναμη;

Η αλήθεια είναι πως αυτά τα χρόνια της κρίσης ένιωσα κι εγώ πολλές φορές να γονατίζω από το γκρέμισμα του κόσμου γύρω μου και τις πρακτικές δυσκολίες που προέκυπταν. Υπάρχουν δυνάμεις μέσα μας να ξεπεράσουμε πολλά και δύσκολα αρκεί να διατηρούμε την ψυχραιμία μας και να μη μας αποπροσανατολίζουν αυτοί που έχουν τα μέσα, από την ικανότητα μας να αγαπάμε. Η θετική ματιά τώρα που υπάρχει στο δίσκο, είναι κάτι που υπάρχει στο πετσί μου. Αυτή είναι η δική μου πίστη: πίστη στη φωτεινή πλευρά του άνθρωπου.

Στην ιστοσελίδα σας έπεσα πάνω σε έναν εντυπωσιακό κατάλογο από έργα σας για το θέατρο. Ποιες είναι οι απαιτήσεις της σύνθεσης μουσικής για το θέατρο;

Όντως έχω την τύχη και τη χαρά να έχω συνεργαστεί με πολλούς και σημαντικούς σκηνοθέτες: Σάββας Στρούμπος, Λιλλύ Μελεμέ, Γιώργος Παλούμπης, Βασίλης Νικολαϊδης, Κωστής Καπελώνης, Νίκος Χατζόπουλος, και τόσοι άλλοι. Είναι μια προίκα, μια κληρονομιά μέσα μου αυτή η διαδρομή. Αγαπάω να κάνω μουσική για το θέατρο. Πλάθεις έναν κόσμο ήχων πάνω σε μια ιστορία - είναι γοητευτικό. Η μουσική για το θέατρο και η τραγουδοποιία έχουν πολλές διαφορές. Στο θέατρο εντάσσεσαι και υπηρετείς ένα έργο, πράγμα που είναι απελευθερωτικό πολλές φορές αφού το πλαίσιο και ο στόχος είναι δοσμένα ενώ στο τραγούδι τα αποφασίζεις όλα μόνος από την αρχή. Στο τραγούδι παίζει μεγάλο ρόλο το μοτίβο και η σύντομη ανάπτυξή του ενώ στο θέατρο η φόρμα καθορίζεται κάθε φορά από το έργο.

Η εμπλοκή σας με τη μουσική για το θέατρο προδίδει και ένα υπόβαθρο μουσικών σπουδών. Τι προσφέρει στο ταλέντο η οργανωμένη καλλιέργειά του;

Είναι πολύ σωστό που τα συνδέεις αυτά. Έχω τελειώσει αρμονία, αντίστιξη και φούγκα, και έχω παρακολουθήσει 5 χρόνια μαθήματα σύνθεσης με τον Μπάμπη Κανά. Δεν την τέλειωσα γιατί με τράβηξε από το μανίκι το τραγούδι. Για τη δουλειά μου στο θέατρο με έχει βοηθήσει πολύ και η μελέτη της ιστορίας της μουσικής για θέατρο και κινηματογράφο. Προσπαθώ πάντα να καταλάβω σε ποια μουσική γλώσσα ή θεατρική παράδοση έχουν αναφορά οι οδηγίες που μου δίνει ο σκηνοθέτης και, παίρνοντας υπόψιν μου και τις πρόβες, να του προτείνω ένα υλικό για να συζητήσουμε εκ νέου πάνω σ’ αυτό. Έτσι βρίσκουμε μια κοινή γλώσσα και αρχίζουμε να χτίζουμε τη μουσική της παράστασης.







Πώς βγήκε το αριστουργηματικό «Κάποτε στη ράδα», που παραπέμπει στις καλύτερες στιγμές π.χ. ενός Καββαδία, και ποιος είναι ο συνεπώνυμός σας στιχουργός Μάρκος Μαριδάκης;

Ο Μάρκος Μαριδάκης είναι ο πατέρας μου. Με πληθωρική προσωπικότητα, με χιούμορ, είναι άνθρωπος της παρέας και μηχανικός στα καράβια στο επάγγελμα. Μικρό με έπαιρνε μαζί του σε ταξίδια με περιπετειώδεις εικόνες, τρικυμίες με κύματα που σκεπάζανε ολόκληρο το καράβι, μακρινούς παράξενους προορισμούς. Με κατέβαζε στο μηχανοστάσιο μαζί του, έναν τόπο γεμάτο σωλήνες, στρόφιγγες και μηχανές, οπού είχε εκκωφαντικό θόρυβο και όλα βράζανε από τη ζέστη... Μαγικά για το παιδικό μου μυαλό όλα αυτά. Κάποια στιγμή ο Μάρκος άρχισε να μεταφέρει τα μπάρκα του στο χαρτί - σε ποιήματα, γραφτά, βιβλία. Έτσι περνούσε τον χρόνο του μες στο καράβι. Στην εφηβεία μου έπιασα και άρχισα να μελοποιώ κάποια από αυτά τα ποιήματα και τα τραγουδούσα με την κιθάρα μου στα παρεάκια που κάναμε τότε. Το «Κάποτε στη ράδα» είναι το πρώτο από αυτά που μελοποίησα κάπου στα 17 μου. Ίσως να είναι και το πρώτο τραγούδι που έχω γράψει. Πριν 3 χρόνια καλοκαιράκι, μια γλυκιά βραδιά, στην πίσω αυλή, στο χωριό μου ήμασταν με μια όμορφη παρέα πίναμε και τραγουδάμε διάφορα. Κάποια στιγμή πέφτει η ιδέα –δεν θυμάμαι από ποιον- να πω το ανέκδοτο τότε «Κάποτε στη ράδα». Τραγουδώντας ένιωσα πως είναι ένα τραγούδι που δεν έχει φθαρεί, αλλά είχε ακόμα την δύναμη και τη φρεσκάδα του καιρού που γράφτηκε. Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε η Νικόλ Κατσάνη (στιχουργός και αυτή του δίσκου) που ήταν και εκείνη στην παρέα και μου λέει: «Είναι πολύ καλό, πιστεύω πως πρέπει να το βάλεις στο δίσκο». Είχε δίκιο, και το έβαλα. Είναι κάτι σαν ένα ναυτικό μπλουζ που το μοιραστήκαμε στο δίσκο με τον συνοδοιπόρο τραγουδοποιό Αργύρη Λούλατζη. Αυτό το τραγούδι αντιπροσωπεύει για μένα έναν ολόκληρο κόσμο.

Ο «Ντρούπι» είναι η «πολιτική» πινελιά του δίσκου. Πώς αποτιμάτε την εμπειρία του «πρώτη φορά αριστερά»;

Ο Ντρούπι σε στίχους του Πάνου Αντωνάτου μου έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω με χιούμορ για πράγματα που μας βασανίζουν εντός και εκτός κρίσης τα τελευταία χρόνια. Στον καιρό μας όμως υπάρχει πόλωση και ακραία προπαγάνδα και είναι απαραίτητο να πάρει κανείς απόσταση από όλον αυτό τον θόρυβο για να αντιληφθεί και να αξιολογήσει τα δεδομένα. Στην σημερινή κυβέρνηση βλέπω προσπάθεια και έργο που έχει φέρει μια ανανέωση, στα πολιτικοκοινωνικά πράγματα, σε σχέση με τις καταστάσεις που είχαν προηγηθεί. Μένει να δούμε τη συνέχεια. Ως δημιουργός, στο δικό μου τομέα, αυτόν της είσπραξης των πνευματικών δικαιωμάτων, έγιναν εξαιρετικά βήματα τα τελευταία χρόνια, καθώς οι δημιουργοί που είχαν τη στήριξη κάποιων ανθρώπων της παρούσας κυβέρνησης κατάφεραν να βάλουν φρένο στο πανίσχυρο και αμαρτωλό, επί δεκαετίες, καθεστώς της ΑΕΠΙ που έκλεβε και χρήστες και δημιουργούς. Τώρα είμαστε σε μια μεταβατική φάση με την ΕΥΕΔ και σύντομα ελπίζω θα έχουμε έναν σύγχρονο ευρωπαϊκών προδιαγραφών φορέα που θα ελέγχεται από τους ίδιους τους δημιουργούς.

«και ευτυχία παντού να δίνω» τραγουδάτε στο «Μια Μαίρη Πόππινς», σε στίχους της Νικόλ Κατσάνη. Πώς αντιλαμβάνεστε τον κοινωνικό ρόλο σας ως καλλιτέχνη;

Το «Μια Μαίρη Πόππινς» είναι ένα τραγούδι πολύ τρυφερό, ένα τραγούδι-ευχή για την αθωότητα και την ανθρωπιά. Σίγουρα ένας καλύτερος κόσμος προϋποθέτει αγώνα, αυτοκριτική, και έναν έλεγχο της έμφυτης ανάγκης μας ως άνθρωποι για εξουσία και κυριαρχία. Τι έχουμε αυτή τη στιγμή; Έναν πλανήτη ρημαγμένο από την απληστία, γεμάτο πόνο, και κάποιους παρανοϊκούς εξουσιαστές που οδηγούν τα πράγματα. Αυτή η κατάσταση πρέπει να μας βρίσκει απέναντι και τον έναν πλάι στον άλλον με την αλληλεγγύη μας, το χαμόγελό μας, το τραγούδι μας.

Το 2013 ερμηνεύσατε μαζί με τη Φωτεινή Βελεσιώτου το «Χαράματα η ώρα τρεις», σε σουίνγκ εκδοχή. Εκτός από εξασφαλισμένη εμπορική επιτυχία, υπάρχει κάποιο καλλιτεχνικό πρόταγμα στο να χορεύουμε σουίνγκ με Τσιτσάνη και Βαμβακάρη;

Ως προς τη διασκευή που έχω κάνει στο «Χαράματα η ώρα τρεις», δεν ξέρω αν βοήθησε που μπήκαμε στο ρεύμα κάποιας μόδας ή αν πετύχαμε με τη Βελεσιώτου και το εξαιρετικό ακορντεόν του Ηρακλή Βαβάτσικα μια ταυτότητα που άρεσε στον κόσμο. Ίσως και τα δύο. Το σημαντικό σε όλα αυτά είναι να μην προδοθεί ο πυρήνας του τραγουδιού. Από εκει και πέρα οι μόδες πάνε και έρχονται, όπως πάντα, προσανατολίζοντας την αγορά και τα αυτιά του κόσμου πότε προς τα εδώ και πότε προς τα εκεί. Και μέσα στα ρεύματα αυτά, άλλα τραγούδια αφήνουν ένα αποτύπωμα στην ψυχή και άλλα όχι.

Στον έναν δίσκο σας ήταν ο δρόμος, τώρα μια βάρκα - είναι εμφανές ότι κάτι έχετε με τα ταξίδια. Ποιο υπήρξε το καλύτερό σας, κύριε Μαριδάκη; Και το επόμενο πού θέλετε να σας βγάλει;


Αντιλαμβάνομαι την ίδια τη ζωή σαν ένα ταξίδι. Και οι δράσεις μας, οι έρωτες μας, τα έργα μας είναι τα χνάρια μας σε αυτή τη διαδρομή. Το καλύτερό μου ταξίδι δεν το ξέρω, αλλά το πιο παράξενο ταξίδι που έχω κάνει ήταν το μακρινό 2000 όταν οργώσαμε με την τότε σύντροφο μου την Κούβα. Γυρίζαμε όλο το το νησί για δύο μήνες χωρίς πρόγραμμα, με πυξίδα την περιέργεια για ένα άγνωστο πολιτισμό, γνωρίζοντας επαναστάτες, συγγραφείς, ιερείς, ανθρώπους όλων των ειδών. Το επόμενο ταξίδι θα ήθελα να με βγάλει στα ανοιχτά, σ’ ένα μέρος ονειρικό, όπως είναι η σκηνή της γιορτής των γλάρων στο video clip του τραγουδιού «Βάρκα στο σπίτι».





Το περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ το βρίσκετε ΕΔΩ.

Το σημείωμα της συγκλονιστικής "Έρημης Πόλης"




Σε γύρεψα πίσω απ’ τις φανταχτερές προθήκες των καταστημάτων, αναζητώντας τη φυσιογνωμία σου ανάμεσα στα τελευταία μοντέλα της Σέικο, σκαλισμένα πάνω στ’ ατσάλι.

Στρίβοντας στη γωνία του δρόμου, πάνω κει, στο μισό μέτρο πεζοδρόμιο, πλάι στις μισοφωτισμένες γρίλλιες των υπερυψωμένων ισογείων.

Αναζήτησα τους καϋμούς που βίαια σου πήραν και τους μεταμόρφωσαν σε πολύχρωμους και αιωρούμενους τραβεστί, κράχτες φωτεινούς πάνω στα θλιβερά στέκια των παραλιακών λεωφόρων.

Σε γύρεψα ανάμεσα στους τσιμεντένιους σκελετούς που ορθώνονταν κι έπνιγαν τα λιγότερο ευνοούμενα προάστια, σαν κρεματόρια της φύσης…

Στα καταστήματα φωτιστικών και τα γραφεία τελετών που αφθονούν σ’ αυτή τη χώρα, στα κορνιζάδικα με την πραμάτεια στιβαγμένη στα πεζοδρόμια.

Μέσ’ τ’ αποπνιχτικά καλοκαιριάτικα απομεσήμερα, στο βραδυνό παζάρι της Κυριακής, στα τσαλακωμένα κουτιά των αναψυκτικών, στο εμπριμέ φουστάνι του ηλιοκαμμένου κοριτσιού που μύριζε βαρύ αποσμητικό και τσίχλα, στη χιλιάρα μηχανή που ξαπόσταινε πλάι στ’ αλουμινένιο μεγαθήριο και σου πλήγωνε τα μάτια.

Σε γύρεψα πέρα απ’ την ένοχη συνείδησή μου, ανάμεσα στα πλαστικά μπαλκόνια και τη σαγρέ ομοιομορφία των προσόψεων, στα πανάκριβα ρετιρέ απ’ όπου ακούγονταν οι αφιερώσεις των ραδιοπειρατών, στις απομιμήσεις του πορτραίτου σου, σε γύρευα…, κι ας ήξερα πως σ’ είχα για πάντα χάσει.

Έτσι και γώ, παιδί βγαλμένο απ’ την αρρώστια σου και απ’ τα χτυπήματα που σου δώσανε οι δολοφόνοι, άλλη γλώσσα δεν έμαθα απ’ αυτή που σου γράφω, τώρα που η μνήμη γίνηκε μουσική και πήρε τη μορφή σου.


Γιώργος Σταυριανός
Έρημη Πόλη, CBS, 1982




Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

Ο Μάνος Ελευθερίου στα "Συριανά Γράμματα"



Ο Μάνος Ελευθερίου για τη Σύρο
Αποσπάσματα συνέντευξης στον Δημήτρη Β. Βαρθαλίτη



Τι στριφογυρίζει πιο συχνά από τις παιδικές σου εικόνες μέσα στη φαντασία σου;

Οι μπαξέδες που ξεκινούσαν απ’ τη Νεάπολη και φτάνανε μέχρι τα Τρία Γεφύρια. Τα αμέτρητα πηγάδια, που είχα σκάψει οι μπαξεβάνηδες και οι άνθρωποι για τις ανάγκες τους. Τα πουλιά που κελαηδούσαν. Το σπίτι του Βαγγέλη που καθόμαστε και διαβάζαμε τα εικονογραφημένα βιβλία και τους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ.
(…)


Όταν έπεσαν οι βόμβες στο Λιμάνι στο τέλος της Κατοχής, πού ήσουν;

Έκανε πολλή ζέστη εκείνη τη νύχτα. Ο παππούς μου, ο Πίσσας, κοιμότανε στην ταράτσα του σπιτιού μας κι εγώ κοιμόμουνα δίπλα του.

Μια βόμβα έπεσε ακριβώς στο σπίτι του μπαμπά μου και το γκρέμισε. Εκεί γεννήθηκα κι έζησα, μέχρι που η μάνα μου αγόρασε το σπίτι στην Αμαλίας 10, το 1941. Μια άλλη βόμβα έπεσε δίπλα στο σπίτι μας, το οποίο έπαθε μεγάλη ζημιά. Ευτυχώς δεν μας σκότωσε, αλλά μας ταρακούνησε. Ακόμη βλέπω στον ουρανό τη λάμψη των βομβών.
(…)


Μάνο μου, τα χρόνια που πέρασες στη Σύρο επηρέασαν το λογοτεχνικό σου έργο;

Αυτή την περίοδο την ονομάζω «απύθμενη δεξαμενή των αναμνήσεων». Όλη μου τη ζωή υπόφερα από δύο αρρώστιες: τη μοναξιά και τις παιδικές μου αναμνήσεις.



Πηγή:
«Ψάξε να βρεις εσύ το γενεαλογικό μου δέντρο», Συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου στον Δημήτρη Β. Βαρθαλίτη, Συριανά Γράμματα, τεύχος 4, περίοδος Β’, Δεκέμβριος 2018, σελ. 65-67.




Η Δήμητρα Γαλάνη για τους Ξέμπαρκους






Ο Νίκος Καββαδίας, ο μεγάλος αυτός «λαϊκός» ποιητής, είναι πάντα ο αγαπημένος των ανθρώπων της μουσικής. Έχουν γίνει, μπορώ να πω, πάρα πολλές δουλειές πάνω στην ποίησή του. Λίγες είναι κατά τη γνώμη μου οι καλές. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι η ποίηση, και ειδικότερα η ποίηση του Καββαδία, δεν έχει ανάγκη από μελοποίηση για τον απλούστατο λόγο ότι η μελωδία και ο ρυθμός βρίσκονται και βγαίνουν μέσα από τον ίδιο τον λόγο.

Γι’ αυτό λοιπόν στάθηκα στη δουλειά των δύο φίλων από το Ναύπλιο, των «Ξέμπαρκων», όπως σωστά τους ονόμασαν. Αυτά τα παιδιά δεν παίξαν τους «συνθέτες» εις βάρος της ποίησης. Πήραν δύο κιθάρες και με τις «ακατέργαστες» - αν μπορώ να πω - φωνές τους απαγγείλαν μελωδικά τα ποιήματα του Καββαδία. Έτσι, σαν ν’ ακούς δύο φωνές μέσα από την κουκέτα ενός φορτηγού στ’ ανοιχτά κάποιας μεγάλης θάλασσας.
(…)

Δήμητρα Γαλάνη

Οκτώβριος 1986




Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2019

Ο Σωτήρης Κακίσης αποχαιρετά τον Σταύρο Τσιώλη






―Γεια σου, Σταύρο Ασημάκη!


Αρχή της δεκαετίας του ’80, τότε νομίζω που είχαμε πρωτοπάρει τα βίντεο. Τυχαία εγώ στην Αθήνα πρωτοβλέπω και μαγνητοσκοπώ με επιτυχία το «Της Κακομοίρας» με τον Χατζηχρήστο. Τρελαίνομαι μ’ αυτή την ταινία, που από μερικά χρόνια και μετά θα ’ρχιζε να παίζεται στην τηλεόραση ακόμα και δυο φορές την ‘βδομάδα, μέχρι να κατακτήσει το πανελλήνιο εντελώς, όπως το κατέκτησε.

Ανεβαίνοντας για το Φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη, λέω στον Βακαλόπουλο για το εύρημά μου. ―Γραμμή γυρνάμε να τη δούμε, μόλις κατέβουμε πάλι κάτω! ―Βρε παιδιά, λέει κι ο Τσιώλης, σ’ αυτήν την ταινία ήμουνα εγώ βοηθός του Κατσουρίδη, και δεν την καλοθυμάμαι, δεν ξέρω αν την είδα και ποτέ μετά στο σινεμά…

Στη Σεμέλης, λοιπόν, εδώ, μερικές μέρες μετά, οι τρεις μας πια, αλλά και μια ευειδής κοπέλα, του Χρήστου φίλη, να μοιραστεί που ήθελε ο Χρήστος τον πιθανό ενθουσιασμό μας, σε προβολή ιδιωτική, και για τους τρεις μας από τότε αξέχαστη.

Κοντέψαμε να πάθουμε συγκοπή από τα γέλια. Ο Σταύρος γλίστρησε, το θυμάμαι καλά, κι από την πολυθρόνα του προς το πάτωμα, με του Χατζηχρήστου την απίστευτη ιλαροτραγική ολοκλήρωση, την κορύφωση της τρέλας τής τέχνης του, τη γνωστή πια, είπαμε, σ’ όλους τους Έλληνες, σε γενιές πια κι επιπλέον.

Άναψα κάνα φως να συνέλθουμε. Η κοπέλα που ως τότε δεν είχε ακουστεί, σαν να μην είχε σκάσει χείλη, μας κοίταγε. Είπε την εξής αδιανόητη φράση: ―Εγώ, παιδιά, ξέρετε, δεν γελάω με τον Χατζηχρήστο…

Ο Βακαλόπουλος κι εγώ, μετά την αρχική μας έκπληξη, την περιφρονήσαμε, κουβέντα δεν της απευθύναμε. Την ανέλαβε ένας Τσιώλης ορθά μαινόμενος. Το της είπε δεν λέγεται. Την κατακεραύνωσε, κατ’ εμάς την εξευτέλισε. Τη σώσαμε από τα λόγια του με μεγάλη δυσκολία, ο Χρήστος κι εγώ…

Είχε δίκιο όμως ο Τσιώλης. Υπάρχουν και όρια. Και στον δηθενισμό, και στην επίδειξη της βλακείας.

―Γεια σου, Σταύρο Ασημάκη!


Σωτήρης Κακίσης
(Από το ανέκδοτο βιβλίο του Σωτήρη Κακίση «Νουάρ Στιγμές» )






Σημειώσεις:
Την άποψή μου για το «Της Κακομοίρας» την έχω από πολύ παλιά ξανα― εκφράσει επισήμως. Κάποτε, μάλιστα, σε συνέντευξη, ρώτησα και τον Χατζηχρήστο για την εκτός συναγωνισμού ατάκα του για τις φακές, για το πώς της : 

Σωτήρης Κακίσης | Ο Έλλην Φελλίνι

«Της Κακομοίρας» | τρέιλερ (1983)


Πηγή:




Στη Σεμέλης, στο διαμέρισμα του Σωτήρη Κακίση, από μιαν άλλη φορά.
Από αριστερά Σταύρος Τσιώλης, Αργύρης Μπακιρτζής, Σωτήρης Κακίσης, Χρήστος Βακαλόπουλος.


Μικρές Περιπλανήσεις - Άστρα που ψιχαλίζουν φως



Η θριαμβευτική επιστροφή των Μικρών Περιπλανήσεων


Μικρές Περιπλανήσεις
Άστρα που ψιχαλίζουν φως
Μετρονόμος, 2013


Αν υπάρχει ένας δίσκος όπου το κλισέ του επιθέτου «χειροποίητος» βρίσκει την πραγματική του σημασία, αυτός είναι ο νέος δίσκος των Μικρών Περιπλανήσεων. Ηχογραφημένος στο σπίτι του Νίκου Παπάζογλου στη Νίσυρο, με όλα τα όργανα μέσα στο οικιακό στούντιο, χωρίς πειραγμένες φωνές και ψηφιακές παρεμβάσεις, με ένα βιβλιαράκι ζωγραφισμένο «στο χέρι» με τα σκιτσάκια του Νίκου Αρμπιλιά, τα «Άστρα που ψιχαλίζουν φως» δίνουν μια γεύση του πώς θα είναι η παραγωγή της μουσικής σε μια μελλοντική, ιδανική κοινωνία. Τέχνη φτιαγμένη από ανθρώπους για ανθρώπους, και όχι από εταιρείες και εργαστήρια για ζόμπι-καταναλωτές. Τέχνη χειροποίητη, όχι ως σλόγκαν και διαφημιστικό τρικ, αλλά ως ανάγκη και αίτημα για να ζούμε και να λεγόμαστε άνθρωποι.

Οι Μικρές Περιπλανήσεις καταθέτουν μια συγκλονιστική, μουσικά και στιχουργικά, εργασία. Ξαναπιάνουν το νήμα του λαϊκού τραγουδιού σαν συλλογική διαδικασία και πράξη, όπως το έχουν συν-διαμορφώσει συγκροτήματα σαν την Αθηναϊκή ή την Οπισθοδρομική Κομπανία και τους Χειμερινούς; Κολυμβητές. Είναι αυτό το αληθινό «μαζί» που με συγκινεί στο δίσκο: τραγούδια και νοήματα και αναπνοές που γεννιούνται από μια παρέα, από ανθρώπους που συνδιαλέγονται μεταξύ τους όντας στον ίδιο χώρο και χρόνο. Αυτό είναι το λαϊκό, και δεν εξαρτάται από το μπουζούκι και τον μπαγλαμά - σαν τσόντα - παρά από τη συλλογικότητα, απ’ τη συνομιλία, από τη γνωριμία και τη συμπόρευση. Κι ούτε κι είναι θέμα ήχου το λαϊκό, κι ούτε γνωρίζει από ταμπέλες, και γι’ αυτό και η συνάντηση των Μικρών Περιπλανήσεων με το ροκ δεν είναι παραφωνία, παρά μέρος της ταυτότητας ενός καθόλα λαϊκού συγκροτήματος.

Οι στίχοι είναι πλήρεις νοημάτων· σε παίρνουν απ’ το χέρι και σε τραβούν σε ποιητικές διαδρομές απαιτητικές όσο και άμεσες. Το προσωπικό διαπλέκεται με το κοινωνικό, φυσιολογικά κι ανθρώπινα: «σε ψάχνω στις διαδηλώσεις / εκεί που εσύ δεν βρέθηκες ποτέ / νομίζω πως σε ξέρω / σου γράφω, σου μιλάω / δε βγαίνεις από μέσα μου καημέ». Και μπορεί η σκιά του Νίκου Καββαδία να πλανάται έντονη σε 1-2 τραγούδια, μπορεί η αίσθηση του ταξιδιού να διαπερνά τις γωνίες του δίσκου, όμως ο πυρήνας του είναι ριζωμένος στη γη και στην πραγματικότητα. Οι Μικρές Περιπλανήσεις έχουν ιδεολογία [«φεγγάρι τ’ όραμα με συνεπαίρνει / κι οι βολεψάκηδες με λεν τρελό»], έχουν και θυμό [«το νου μου διαφεντεύει αρχέγονη ορμή / στη ράχη σεργιανίζω το φεγγάρι»], έχουν και μνήμη [«πήρε βοριάς ταξιδευτής και σε παγώνει / ρίχνεις στο τζάκι ό,τι έχεις να καεί»]. Την περιπέτειά του επαναστατημένου ανθρώπου την περιγράφουν φιλοσοφημένα και με δίχως ναρκισσισμό: [«δίπλα σ’ αυτού του κόσμου την ουσία / δεν πρόφτασα κι εγώ να ξαποστάσω / με τράβηξε απ’ το χέρι η Ιστορία / με πήρε το ποτάμι να περάσω»]. Όσο για τον έρωτα, υπάρχει κι αυτός, πρωτίστως όμως σαν βαρύ φορτίο απ’ τα παλιά [«εκεί που στάξαμε θυσίες ηδονής / έρημο μέρος δεν υπάρχει πια κανείς / κι όλο το έπος των ερώτων δυο αράδες»]

Αδυναμίες και πράγματα που θα ήθελα αλλιώς - κυρίως ερμηνευτικά - μπορώ να βρω, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι τα βασικά που μας υπενθυμίζουν οι Μικρές Περιπλανήσεις, ότι ένα τραγούδι πρέπει να έχει πρωτίστως μελωδία, να τραγουδιέται δηλαδή, και όχι απλά να συνοδεύει την απαγγελία δήθεν ψαγμένων προστακτικών. Πανέμορφες μελωδίες με νεύρο και ψυχή που αφηγούνται συγκεκριμένες ιστορίες υπερβαίνοντας τα όρια ροκ και λαϊκού, με τον μοναδικό τρόπο των Μικρών Περιπλανήσεων. Δεν έχω κάτι άλλο να ζητήσω.


Ηρακλής Οικονόμου
Το Περιοδικό, 28 Απριλίου 2014