Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Η Μελίνα στη Βικτώρια πριν το τέλος




Με τη "Μελίνα" του Γιώργου Τεντζεράκη και τις συγκεκριμένες πηγές έμπνευσης του τραγουδιού θυμήθηκα χρόνια περασμένα! Τότε που ξυπνούσα με "Διαίρεση" και κοιμόμουν με "Χορεύω", με το ενδιάμεσο χρόνο να ορίζεται πάντα από κάποιο τραγούδι του Βασίλη - "ζούμε για να σ' ακούμε" - Παπακωνσταντίνου. Πόσο ξεπερασμένα ακούγονται όλα αυτά σήμερα, και πόσο έντονα όμως αφορούσαν κάποιους, κάπου, κάποτε. Αλλά γιατί μου τα θύμισε όλα αυτά το συγκεκριμένο τραγούδι; Μήπως επειδή εδώ συμμετέχει ο ίδιος ο Παπακωνσταντίνου;

Όχι, δεν είναι η φωνή του Παπακωνσταντίνου που μου ξύπνησε τις αναμνήσεις. Εξάλλου, έχω ακούσει δεκάδες άλλα τραγούδια με τη φωνή του Β.Π. που σε τίποτα και με τίποτα δεν θυμίζουν τα χρυσά 1980s. Εδώ δεν είναι θέμα ερμηνείας, αλλά μουσικής. Είναι η μελωδία του Τεντζεράκη η αφορμή, η οποία σε δύο γυρίσματα θυμίζει κάπως έντονα τις μουσικές του Παπακωνσταντίνου στη "Βικτώρια" και του Lucio Battisti στο "Πριν το τέλος".

Μπορεί και να έχω λάθος, να είμαι τελείως φάουλ. Όμως στο 0.53 ακούω "Όχι δεν είναι ανασφάλεια αυτό" και θυμάμαι "Στη λεωφόρο σε ζητώ και στη Βικτώρια". Και στο 1.22 το ηχείο παίζει "Σε μια βιτρίνα σ' έχω Μελίνα / που φροντίζω να μη σπάσει και χαθώ" και γύρω αντηχεί "Κι εγώ που ζω για πάντα εδώ / κι όλο φεύγω το τέλος πριν να δω".

Δεν τον γνωρίζω προσωπικά τον συγκεκριμένο τραγουδοποιό, του εύχομαι ό,τι καλύτερο στην καριέρα του, και δεν υπονοώ φυσικά τίποτε μεμπτό ή κακοπροαίρετο, απλές μελωδικές ομοιότητες επισημαίνονται εδώ. Ίσως να πρέπει ο Τεντζεράκης να αφομοιώσει καλύτερα τις καλλιτεχνικές του επιρροές, ή ίσως απλά εγώ πρέπει να επισκεφτώ Ω.Ρ.Λ. Όλα παίζουν, αλλά ειλικρινά δεν είναι αυτό το θέμα.

Το θέμα είναι βαθύτερο. Μήπως έχουμε φτάσει στο σημείο όπου τα είπαμε όλα; Μήπως τα τραγουδήσαμε όλα, τα γράψαμε όλα, τα μελοποιήσαμε όλα, με όλους τους τρόπους και σε όλους τους δρόμους, σε όλες τις εκδοχές; Μήπως τελικά η παλίρροια αυτού του μαγικού ρεύματος που ονομάσαμε νέο ελληνικό τραγούδι έχει πλέον οδηγήσει στον κορεσμό; Και, μήπως ο λόγος που τα μεγαλύτερα κεφάλια του έντεχνου παράγουν αντι-μουσική στα τελευταία έργα τους είναι αυτός ακριβώς ο κορεσμός; Προσοχή: αντι-μουσική δεν σημαίνει κακή μουσική, σημαίνει άρνηση της μουσικής, στις καθιερωμένες τουλάχιστον φόρμες της. Μήπως η ποσοτική συσσώρευση μεγάλων τραγουδιών οδήγησε στην ποιοτική μεταβολή από την ανάποδη; Μήπως η στατιστική περιέχει το μυστικό για την τωρινή, κακιά μοίρα μας; Μήπως είναι καιρός να συμβιβαστούμε με το αμείλικτο αλλά και τόσο φυσιολογικό και υγιές τέλος;
ηρ.οικ.

Quiz: Όλα καλά κι όλα ωραία



Άλλος ένας διαγωνισμός των Μ.Π. που όλοι περιμένατε, με μεγάλα δώρα.

Απάντησε τώρα στην ερώτηση: Ποια βουλευτίνα του ΠΑΣΟΚ στη Β' Αθηνών, πρώην υφυπουργός και σύζυγος γνωστού καλλιτέχνη δήλωνε στις 7 Ιουνίου ότι "στο Μεσοπρόθεσμο θα ψηφίσω κατά συνείδηση", σπεύδοντας σήμερα να ψηφίσει υπέρ του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος;

Απάντησε σωστά και κέρδισε μία χειροβομβίδα κρότου-λάμψης με ενσωματωμένο MP3 player, για άφθονο ξύλο μετά μουσικής.
ηρ.οικ.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Μια επιστολή της Μυρσίνης Λοΐζου


Αθήνα 27/6/2011

ΑΠΟ: Μυρσίνη Λοΐζου
ΠΡΟΣ: Τον Πρωθυπουργό, και την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: Το σύνολο των ΜΜΕ

Ανοιχτή Επιστολή στον Πρωθυπουργό, και την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ

"Κυρίες και Κύριοι της Κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ.

Γνωρίζω εκ των προτέρων, ότι αυτή η κίνησή μου είναι συμβολική, εν τούτοις η συνείδησή μου, και η αξιοπρέπειά μου ως ενεργού πολίτη μου επιβάλλει να σας γνωστοποιήσω τα εξής:

Ο πατέρας μου Μάνος Λοΐζος αγωνίστηκε με τον δικό του τρόπο, για αξίες όπως η Ελευθερία, η Δημοκρατία, και η Κοινωνική Δικαιοσύνη. Προσπάθησε να υπηρετήσει μέσω της τέχνης του, τα οράματα και τις αξίες ενός καταπιεζόμενου Λαού, ο οποίος με πολύ κόπο, αίμα και δάκρυα αγωνίστηκε για την Δημοκρατία, την οποία τόσο βάναυσα του την στερούσαν.

Αφού αυτός ο Λαός κατοχύρωσε με πολλούς αγώνες τα στοιχειώδη Δημοκρατικά δικαιώματα τα οποία στην Ευρώπη είχαν κατακτηθεί χρόνια πριν, έρχεστε σήμερα και όπου Δικαιώματα βάζετε ευκαιρίες. Τα Δικαιώματα στην εργασία, την υγεία, την Παιδεία, την ποιότητα ζωής, τον πολιτισμό, τα έχετε κάνει ένα απέραντο fast track έξυπνων επενδύσεων, ξεπουλώντας όχι μόνο τον Δημόσιο πλούτο αυτή της χώρας, αλλά και την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Τόσα χρόνια σας ακούω να χρησιμοποιείτε το «Καλημέρα Ήλιε» στις Κομματικές σας συγκεντρώσεις. Παλιότερα, απλά με ενοχλούσε αισθητικά καθώς και με πλήγωνε, εξαιτίας αφενός της υποκρισίας σας, -διότι οι δικές σας αξίες επέβαλαν και έναν βαθιά εξουσιαστικό τρόπο ζωής, και δημιούργησαν σκλάβους αντί για ελεύθερους ανθρώπους, και ενεργούς πολίτες- και αφετέρου διότι οι δικές σας αξίες δεν έχουν καμία μα καμία σχέση με αυτό που προσπαθεί να πει το συγκεκριμένο τραγούδι.

Τώρα όμως πλέον εξοργίζομαι, γιατί δείχνει ότι δεν έχετε καταλάβει τίποτα από τους αγώνες του Λαού και των εργαζομένων, πράγματα τα οποία ενέπνευσαν τον πατέρα μου, και του έδωσαν και μια αντίστοιχη στάση ζωής στην καθημερινότητά του ως πολίτη, και στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του.

Το τραγούδι αυτό καλημερίζει τον Ήλιο, την ελπίδα, την αλληλεγγύη, και την προσμονή ενός ολόκληρου Λαού, για Δημοκρατία και Ελευθερία.

Εσείς όμως, είστε υπεύθυνοι για την πιο βαθιά, πνευματική, αξιακή, ηθική, και πολιτισμική καταχνιά που θα μπορούσε να έχει ποτέ αυτός ο τόπος.

Ως εκ τούτου, σας απαγορεύω ρητά και κατηγορηματικά, να χρησιμοποιείτε έργο ή μέρος του έργου του Μάνου Λοΐζου, σε οποιαδήποτε κομματική σας εκδήλωση ή δραστηριότητα.

Βέβαια ίσως να απαντήσετε ότι το έργο του Μάνου Λοΐζου ανήκει στον Λαό. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο όμως και η συγκεκριμένη πράξη εκ μέρους μου.

Επειδή όπως αποδείχτηκε δεν είστε, και ούτε ήσασταν ποτέ μέρος αυτού του Λαού, και δεν έχετε πλέον κανένα δικαίωμα και καμία νομιμοποίηση να συνεχίζετε να τον εξαπατάτε.

Ο Ήλιος άλλωστε, είναι δικός μας, και όχι δικός σας.

Δεν μπορεί κανείς να μας τον πάρει. Και δεν θα μας τον πάρει".

Μυρσίνη Λοΐζου

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Μια ανεπανάληπτη προσφορά από τον Μετρονόμο και τον Στέφανο Ρόκο




Το περιοδικό "Μετρονόμος" γιορτάζει φέτος τα δεκάχρονά του με μία σημαντική πρωτοβουλία για τους αναγνώστες του. O διακεκριμένος ζωγράφος Στέφανος Ρόκος φιλοτέχνησε αφιλοκερδώς το εξώφυλλο του επετειακού τεύχους του περιοδικού. Το έργο - χωρίς το λογότυπο του περιοδικού και την επιγραφή "10 χρόνια" - κυκλοφορεί σε μεταξοτυπία αποκλειστικά για τους αναγνώστες του "Μετρονόμου". Κάθε μεταξοτυπία είναι μεγάλου μεγέθους 45x34 cm, είναι αριθμημένη, φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του Ρόκου, και διατίθεται στη συμβολική τιμή των 30 Ευρώ. Το έργο κυκλοφορεί σε 99 συλλεκτικά αντίτυπα, και τα έσοδα θα διατεθούν αποκλειστικά για τη συνέχιση και βιώσιμη ανάπτυξη του ιστορικού περιοδικού. Όσοι αγαπάτε τη δουλειά του Στέφανου Ρόκου, παρακολουθείτε και στηρίζετε τον "Μετρονόμο" και θέλετε να αποκτήσετε ένα σημαντικό έργο τέχνης, επικοινωνήστε για περισσότερες πληροφορίες στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

Το πιο ζεστό όνομα της εικαστικής Αθήνας συναντά το κορυφαίο ελληνικό μουσικό περιοδικό, σε μία ανεπανάληπτη και προσιτή προσφορά!

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Για το "Σ' αυτόν τον τόπο που άλλαξε χρώμα" των Κώστα & Χρήστου Κολοβού



«Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΧΡΩΜΑ»

ΤΟ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΩΝ 1990s


Στην ελληνική δισκογραφία υπάρχουν κάποιοι δίσκοι παρεκκλίνοντες, κάποια έργα εκτός γραμμής, που σηματοδοτούν αρχές, μέσες και τέλη ρευμάτων και εποχών. Ο δίσκος «σ’ αυτόν τον τόπο που άλλαξε χρώμα» σε στίχους και μουσική των Κώστα και Χρήστου Κολοβού, και ερμηνεία Μανώλη Χατζημανώλη είναι ένα από αυτά τα έργα, τα κομβικά, τα καταδικασμένα στη λήθη και στον υπόγειο βίο, εκτός τόπου και χρόνου. Έκδοση του 1998, ο δίσκος περικλείει όλα εκείνα τα στοιχεία που όρισαν την έντεχνη τραγουδοποιία της δεκαετίας του '90. Στις γραμμές που ακολουθούν αλλά και στην συνέντευξη με τον Χρήστο Κολοβό στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, ανιχνεύουμε και συνάμα γιορτάζουμε τη διαχρονικότητα και την ομορφιά του συγκεκριμένου έργου.

Αλλά ο λόγος στον Κώστα και τον Χρήστο Κολοβό, οι οποίοι περιγράφουν συνοπτικά το ιστορικό της δημιουργίας και της ηχογράφησης:

«Η Άφυτος. Ξεγλίστρησε ένας βράχος από το παρελθόν και σφηνώθηκε στο πλαστικό σήμερα. Σμιλεμένη πάνω σ’ αυτόν το βράχο είμαστε κι εμείς, από την άρμη της θάλασσας, από την αύρα του χρόνου. Τώρα, μακριά απ’ την Άφυτο, υφαίνουμε τραγούδια με την ηχώ της. Κι αν μέσα απ’ αυτά πράγματι αντηχεί, είναι γιατί όπου κι αν πάμε η ψυχή είναι πάντα χαραγμένη στον βράχο αυτόν.
Ήμασταν δεν ήμασταν 14 χρονών, στο χωριό μας, στην Άφυτο, έβρεχε ασταμάτητα. Βγήκαμε με τον αδερφό μου απ’ το σπίτι και καθίσαμε στο πλατύσκαλο. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα τραγούδι του Θάνου, τη «Θεσσαλονίκη». Άραγε, αναρωτηθήκαμε, θα γνωρίσουμε ποτέ αυτόν τον άνθρωπο; Στο πέρασμα του χρόνου, όταν πια αποφασίσαμε να γράψουμε τραγούδια, όχι μόνο τον γνωρίσαμε αλλά έγινε και παραγωγός στον πρώτο μας δίσκο. Θάνο, σ’ ευχαριστούμε για όλα. Ευχαριστούμε επίσης τον Αντώνη Ζαγκλακούτη, για το συμμάζεμα των στίχων και την όλη επιμέλεια του δίσκου, τον Γιάννη Παπαζαχαριάκη, για την πολύ καλή ενορχήστρωση που για μας ήταν μια έκπληξη. Τέλος, τον Μανώλη Χατζημανώλη, που γνώρισε τα τραγούδια από τη γέννησή τους και με τη φωνή του τους εδωσε άλλη διάσταση».

Κώστας + Χρήστος Κολοβός
-----

Άξονας του δίσκου είναι μία σαφής και έντονη ανθρωπογεωγραφική αναφορά: το χωριό Άφυτος της Χαλκιδικής. Όσοι το έχετε επισκεφθεί, θα έχετε ήδη αντιληφθεί το μαγικό του χώρου και του τοπίου. Ο δίσκος μεταφέρει τη μελαγχολία αλλά και τη γλυκύτητα ενός ιδιαίτερου τόπου, με εικόνες που ξαφνιάζουν το άρρωστο, αστικό μάτι. Το ταξίδι εκεί όπου «τα παρτεράκια ξανανθίζουν στις πλατείες» και «λίγα σπιτάκια ξεπροβάλλουν φωτισμένα» απαιτεί την απέκδυση από τη μουνταμάρα και την εσωστρέφεια. Όχι ότι δεν έχει εσωστρέφεια και ο συγκεκριμένος δίσκος, αλλά είναι εσωστρέφεια πληθυντική, περιλαμβάνει τον άλλον, σε δεύτερο ενικό ή σε πρώτο πληθυντικό. Είναι, με άλλα λόγια, μία εσωστρέφεια υγιής που αναζητά τον άλλο, που έχει αιτία και ονοματεπώνυμο. Το αίσθημα της αναζήτησης και της απώλειας κυριαρχεί σε έναν βαθιά ερωτικό αλλά διόλου φτηνιάρικο στίχο. Κύριο αίτημα; Η μνήμη: «φοβάμαι μνήμες που θα ’ρθουν μετά», «τις μέρες που ήταν όμορφα να θυμηθώ», «τα όνειρα απ’ τη μνήμη μη χαθούν».

Τους στίχους και τη μουσική υπογράφουν ο Κώστας και ο Χρήστος Κολοβός. Η πρώτη τους απόπειρα δυστυχώς δεν είχε συνέχεια, όμως το «σ’ αυτόν τον τόπο που άλλαξε χρώμα» είναι ένα από τα σπάνια εκείνα έργα που αρκεί να γράψεις έστω και μία φορά, και μετά ήσυχος να φέρεις την ιδιότητα του δημιουργού. Στην ερμηνεία ο Μανώλης Χατζημανώλης πιάνει μονομιάς το νήμα του έργου, εντάσσεται απόλυτα στο μουσικό και νοηματικό του περιβάλλον. Οι αδερφοί Κολοβού ερμηνεύουν τέσσερα τραγούδια, άρτια και αξιοπρεπώς, όμως σίγουρα η ερμηνεία τους δεν μπορεί να προσεγγίσει την εκφραστικότητα, το βάθος και την αμεσότητα του δεύτερου. Η Στέλλα Χροναίου έχει τις δεύτερες φωνές σε δύο από τα ωραιότερα τραγούδια του δίσκου, «Θα μείνει αυτό που αγαπάς» και «Κι όλο με πάει». Όσο για τα ονόματα στην ορχήστρα; Παρακαλώ, προσδεθείτε: Βαβάτσικας στο ακορντεόν, Καλαντζάκος στο πιάνο, Καραντίνης στο μπουζούκι, Καπηλίδης στα τύμπανα, Κιουρτσόγλου στο μπάσο, Παπαδόπουλος στο κλαρίνο, Παρασκευόπουλος στο έτερο μπάσο, Χουντής στο φλάουτο, κι άλλοι γνωστοί σολίστες. Στην ενορχήστρωση συναντάμε τον Γιάννη Παπαζαχαριάκη, ο οποίος δίνει ένα αποτέλεσμα λιτό αλλά όχι βαρετό, με τραγούδια αυτάρκη αλλά όχι παρεμφερή.

Ελάχιστα είναι τα αδιάφορα τραγούδια του κόσμου: το δίχως εξάρσεις «κι αν απόψε», το ουδέτερο μελωδικά «σαν μια σταγόνα μικρή» και η εντελώς μελό απαγγελία του «επιλόγου». Αντίθετα, πολλά είναι τα μεγάλα τραγούδια: από τα λαϊκότροπα «Θα μείνει αυτό που αγαπάς» και «Κι όλο με πάει» ως το αισθαντικό «Θάλασσα γίνομαι» και από τον ψιθύρισμα-ωδή στην ελληνική επαρχία «Τα φώτα ανάψαν» ως το μελωδικό «Φυλάξου απόψε», ο δίσκος επιφυλάσσει εκπλήξεις, κορυφώσεις, σιωπές.





Ιθύνοντας νους της παραγωγής και εγγυητής του τελικού αποτελέσματος υπήρξε ο Θάνος Μικρούτσικος. Πώς μνημονεύει ο ίδιος τη συνάντηση με τους αδερφούς Κολοβού;

«Το καλοκαίρι του ’96 συνάντησα δυο νέα παιδιά στην Άφυτο Χαλκιδικής. Με εντυπωσίασε και με συγκίνησε το γεγονός ότι όλη η Άφυτος, χάρις στον Χρήστο και τον Κώστα, άκουγε το καλό ελληνικό τραγούδι και μάλιστα τις πιο σοβαρές πλευρές του. Αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα σ’ αυτούς τους καιρούς που ζούμε. Δυο καλοκαίρια αργότερα παρουσιάζουμε τη δουλειά του Κώστα και του Χρήστου. Απλά τραγούδια, με ευαισθησία, τραγουδισμένα εξαιρετικά από τον Μανώλη Χατζημανώλη, μουσικό από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Μπράβο στους δύο Γιάννηδες, στον Παπαζαχαριάκη για την ενορχήστρωση που υπηρετεί και αναδεικνύει τα τραγούδια χωρίς περιττά στολίδια και αυταρέσκεια, και στον Σμυρναίο, Πρύτανη του Ήχου, που μ’ αυτή την ευκαιρία ξαναθυμηθήκαμε τα παλιά. Κολοβάκια, καλή αρχή!»

Θάνος Μικρούτσικος

«ΥΓ: Μην ξεχάσετε το μέλι και τον τραχανά που μου υποσχεθήκατε».
-----


Δεν ξέρω αν το μέλι και ο τραχανάς στάλθηκαν στον Μικρούτσικο, πάντως χάρις στον ίδιο και στον Κώστα και τον Χρήστο Κολοβό δόθηκε σε μας ένας τρυφερός, σχεδόν μυστικιστικός, λιτός και σίγουρα αδικημένος δίσκος. Γεγονός είναι ότι τα τραγούδια του δίσκου αυτού, αν και απλά ως προς στη φόρμα τους, δεν έφτασαν στο εν δυνάμει ακροατήριό τους, δεν ήταν αρκετά για να υπερπηδηθούν φράγματα αγοραία και τσιμεντωμένα οχυρά. Ας τους δώσουμε μία δεύτερη ευκαιρία, ας αφουγκραστούμε τη διαχρονικότητά τους. Τότε ο τόπος απλώς άλλαζε χρώμα, τώρα ο τόπος αλλάζει τους ανθρώπους του, και οι άνθρωποι ονειρεύονται να αλλάξουν τόπο.

Ηρακλής Οικονόμου

ΥΓ: Επιτρέψτε μου μία προσωπική αναφορά. Επισκέφθηκα την Άφυτο το καλοκαίρι του 1998, στο δρόμο από το Ποσείδι προς τη Θεσσαλονίκη. Πανέμορφα μέρη, μία θεά των παιδικών χρόνων να συντροφεύει το ταξίδι με μια σκηνή κι έναν υπνόσακο, και ξαφνικά ένα μικρό καφέ, ένα πιάνο, «Κακόηθες μελάνωμα». Και μετά η συνάντηση με μία ήρεμη, γαλήνια φιγούρα, «ξέρεις, ετοιμάζω δίσκο με τον αδερφό μου σε παραγωγή του Μικρούτσικου», και μετά το ξάφνιασμα, και μετά η κουβέντα, και μετά η αναχώρηση. 13 χρόνια μετρά επιστρέφω νοερά εκεί. Σε όσους ήταν παρόντες και παρούσες τότε σ’ εκείνο το μικρό καφέ, αφιερώνεται τούτη εδώ η ανάρτηση.

Συνέντευξη με τον Χρήστο Κολοβό




Χρήστος Κολοβός:

«Η εταιρεία με αντιμετώπισε περίπου σαν UFO»




τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Μία σύντομη αλλά περιεκτική κουβέντα με τον Χρήστο Κολοβό σχετικά με το δίσκο «σ’ αυτόν τον τόπο που άλλαξε χρώμα», ένα έργο που λάμπρυνε με την παρουσία του την έντεχνη τραγουδοποιία των 1990s.
  

Εμφανιστήκατε στη δισκογραφία μαζί με τον αδερφό σας, Κώστα Κολοβό, με ένα δίσκο αξιώσεων: «Σ’ αυτόν τον τόπο που άλλαξε χρώμα». Αυτό έγινε το 1998. Τι ακολούθησε; Που οφείλεται η μετέπειτα απουσία σας από τα δισκογραφικά πράγματα;

Ο συγκεκριμένος δίσκος παραήταν βαρύς - ας μου επιτραπεί η έκφραση - για το στομάχι της εταιρείας. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε λόγω της υπομονής και της επιμονής του Θάνου Μικρούτσικου. Οι εταιρείες δίσκων ήταν και είναι εχθρός των καλλιτεχνών· έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης, αν όχι το μεγαλύτερο, για την κατάντια του ελληνικού τραγουδιού, και κατ’ επέκταση της δισκογραφίας. Θεωρούν και θεωρούσαν τον καλλιτέχνη σκουπίδι και μιας χρήσης. Οι εταιρείες δίσκων στην δεκαετία του ’90 δεν είχαν το όραμα του Πατσιφά και του Λαμπρόπουλου· το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν το κέρδος, και μόνο αυτό. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι δεν μας ξαναδόθηκε η δυνατότητα μιας δεύτερης δισκογραφικής δουλειάς.

Πώς και πότε άρχισαν να γράφονται αυτά τα τραγούδια; Και πώς και πότε ξεκινά η εμπλοκή σας με το τραγούδι γενικότερα;

Γενικώς πειραματιζόμασταν από μικρή ηλικία με την σύνθεση με τούς ήχους, επηρεασμένοι βαθιά από τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, αργότερα με τον Μικρούτσικο, τον Μούτση, τον Σαββόπουλο και άλλους. Τα τραγούδια αυτά καθώς και άλλα που δεν μπήκαν στο στούντιο έχουν γραφεί  σε μία περίοδο 20 χρόνων. Επαγγελματικά, αποφασίσαμε να ασχοληθούμε μετά τα 25. Από τότε αρχίσαμε τις κρούσεις στις δισκογραφικές εταιρείες με στόχο έναν δίσκο, άλλα οι απογοητεύσεις ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Γύρω στα 1997 αποφασίζουμε να σταματήσουμε αλλά εκείνο το καλοκαίρι γνωρίζουμε τον Μικρούτσικο.

Ο οποίος ανέλαβε την παραγωγή του δίσκου! Πώς πρωτοσυναντηθήκατε, και τι αποκομίσατε από την επαφή και τη συνεργασία μαζί του;

Με τον Θάνο γνωριστήκαμε στην Άφυτο της Χαλκιδικής. Οι γονείς μας διατηρούσαν μία ταβέρνα εκεί, και ο Μικρούτσικος ήρθε για να φάει. Εμείς εκείνο το διάστημα είχαμε ένα πιάνο στο μαγαζί· πήγα και του ζήτησα εάν είχε την καλοσύνη να μας παίξει κάτι. Συγκεκριμένα, ζητήσαμε αν θυμάμαι καλά κάτι από τη «Μουσική Πράξη στον Μπρεχτ». Ο Μικρούτσικος ξαφνιάστηκε, σηκώθηκε και τραγούδησε το «Άννα μην Κλαίς», και τους «Εφτά Νάνους», και εγώ αν θυμάμαι καλά είπα την «Μπαλάντα του ξεσηκωμού» από τη «Φουέντε Οβεχούνα». Περάσαμε μια υπέροχη βραδιά και ανανεώσαμε το ραντεβού για την Αθήνα αυτή τη φορά, για να ακούσει δικά μας τραγούδια.

Αυτό πού αποκόμισα απ τον Θάνο κατά την παραμονή μας στην Αθήνα ήταν οι συμβουλές του.  Θυμάμαι που έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου: «τώρα που θα τελειώσει ο δίσκος, δεν θέλω να σας δω σε πρωινά καφέ και βραδινά λικέρ». Ένα άλλο χαρακτηριστικό του είναι ότι αγαπάει τραγούδια άλλων συνθετών· χαίρεται σαν μικρό παιδί όταν ακούσει ένα τραγούδι άλλου συνθέτη πού του αρέσει.

Το τραγούδι «Έρωτας για την Άφυτο» είχε λάβει το Γ’ Βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, το 1995. Ποια ήταν η εμπειρία σας από τη διοργάνωση, και πώς αποτιμάτε το συγκεκριμένο θεσμό;

Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, κοιτάζοντάς το τώρα από απόσταση, πιστεύω ότι δεν έπρεπε να σταματήσει, με όλες τις παθογένειες και τις αδυναμίες που κουβαλούσε: ανεξήγητα μεγάλη ορχήστρα - κατάλοιπο άλλων καιρών - ψευτογκλαμουριά, πολύ δήθεν, και το κυριότερο, υπήρχε αδυναμία της μετέπειτα προβολής των καλλιτεχνών. Όμως, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έχουν διαγωνιστεί τραγούδια σταθμός που άφησαν εποχή, έχουν περάσει όλα τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, και σε τελική ανάλυση προτιμώ το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης από το αίσχος της Eurovision.

Ένας από τους κεντρικούς άξονες της θεματικής των τραγουδιών σας είναι οι παραστάσεις του τόπου καταγωγής σας: Άφυτος Χαλκιδικής. Πώς επηρέασε η μνήμη της ελληνικής επαρχίας το έργο σας;

Νομίζω ότι ο δίσκος είναι γεμάτος εικόνες ελληνικής επαρχίας: αδιέξοδοι έρωτες, μοναξιά....αλλά και φύση, ήρεμη ζωή, καθαρά βλέμματα, έμπνευση δίπλα στη θάλασσα.

Αν και η πλειοψηφία των τραγουδιών σας είναι μπαλάντες, εντύπωση μου προκάλεσαν δύο λαϊκές δοκιμές σας: «Θα μείνει αυτό που αγαπάς» και «Κι όλο με πάει». Πώς αντιλαμβάνεστε την έννοια του «λαϊκού»;

Πάντα μας απασχολούσε το λαϊκό τραγούδι. Μας γοήτευε το γεγονός πώς ένας συνθέτης που έγραφε κατεξοχήν μπαλάντες μπορούσε να γράψει και ένα λαϊκό τραγούδι. Ας μην ξεχνάμε ότι τα καλύτερα λαϊκά τραγούδια γράφτηκαν από ανθρώπους που έγραφαν κυρίως άλλη μουσική, στην μετά Τσιτσάνη εποχή: ο Θεοδωράκης με τα υπέροχα «Λαϊκά» του, ο Λοΐζος με τον «Καφενέ», ο Μικρούτσικος με την «Πιρόγα», ο Μούτσης με το «Δε λες κουβέντα», κι ο Σαββόπουλος με το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο». Βέβαια τα 3 τελευταία τραγούδια που ανέφερα δεν είχαν ακριβώς λαϊκό ήχο, και χρησιμοποίησαν το μπουζούκι ως συνοδευτικό όργανο και όχι σαν κυρίως όργανο στην σύνθεση του κομματιού. Κάτι τέτοιο είχαμε στο μυαλό μας όταν γράφαμε τα 2 αυτά λαϊκά τραγούδια του δίσκου. Μάλλον δεν τα καταφέραμε αρκετά, διότι στην δική μας περίπτωση ο ήχος του μπουζουκιού είναι κυρίαρχος.

«Ψεύτικα λόγια, χάρτινα τραγούδια» γράφατε το ’98. Πώς σας φαίνεται η κατάσταση της ελληνικής δισκογραφίας σήμερα; Βλέπετε φως από κάπου, ή πουθενά;

Δεν υφίσταται πλέον ελληνική δισκογραφία, ας μη γελιόμαστε. Οι κύριοι υπεύθυνοι, όπως προανέφερα, ήταν και είναι οι δισκογραφικές εταιρείες. Θα σου πω Ηρακλή ένα πρόσφατο παράδειγμα. Πριν ένα χρόνο, πήρα την απόφαση να ξαναεκδώσω τον δίσκο· ήθελα να τον κάνω μια καλύτερη ηχητική επεξεργασία και να τον βγάλω εκ νέου στο εμπόριο. Η εταιρεία με αντιμετώπισε περίπου  σαν UFO. Σαν να μη φτάνει αυτό, ζήτησα να μάθω που βρίσκονται τα πνευματικά μου δικαιώματα από την στιγμή που δεν υφίσταται η Ε.Μ.Σ.Ε.,  η εταιρεία πνευματικών δικαιωμάτων. Και ακόμη απάντηση δεν πήρα… Απίστευτο και όμως ελληνικό! Δεν ξέρω που βρίσκονται τα πνευματικά μου δικαιώματα και η εταιρεία εξακολουθεί να πουλάει ηλεκτρονικά τα τραγούδια μου χωρίς καν να μ’ ενημερώσει; Το μέλλον σίγουρα βρίσκεται στο διαδίκτυο. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο καλύτερα. Ας βγάλουμε τα τραγούδια μας ηλεκτρονικά με χαμηλό αντίτιμο, και με μια καλή διαφήμιση ευελπιστώ πως ο κόσμος θα ανταποκριθεί.





Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Σωτήρης Παστάκας: Δύο ποιήματα από το "Χαμένο Κορμί"


Σωτήρης Παστάκας, Χαμένο Κορμί (Αθηνα: Εκδόσεις Μελάνι, 2010)



Έστρωσα το τραπέζι για έναν.
Για μένα. Άναψα την τιβί.
Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός
απαιτούνται θυσίες απ’ όλους μας.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες
αν μπορούσες να περάσεις.
Μπορούσες. Έσβησα την τιβί.
Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός
αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα.
Άλλαξα τραπεζομάντιλο.
Έστρωσα το τραπέζι για δύο.
-----



Τέσσερις είναι οι εποχές του χρόνου.
Μια εποχή για την επανάσταση.
Μια εποχή που θρηνεί την επανάσταση.
Μια εποχή που νοσταλγεί την επανάσταση.
Μια εποχή που προετοιμάζει την επανάσταση:
η δικιά μας.
-----


Ο Σωτήρης Παστάκας γεννήθηκε στη Λάρισα το 1954.
Ζει κατά διαλείμματα στην ΑΘήνα.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Ο Γρηγόρης Ψαριανός για τον Θανάση Γκαϊφύλλια



ΖΩΝΤΑΝΑ ΣΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ

Ήταν η «5η Εποχή», μια μικρή μουσική σκηνή στην Πλάκα, τότε που μεσουρανούσε η δικτατορία, χώρος αντίστασης με όπλα τα τραγούδια και τα όνειρα των νέων για ελευθερία και δημοκρατία· χώρος παράλληλα δημιουργίας για την τέχνη και τον πολιτισμό, όπου πρωτοάκουσα αυτό τον τυπάκο με την κιθάρα του και το παράξενο όνομα. Γκαϊφύλλιας!... Τι είν’ αυτό; Τραγούδαγε κάτι δικά του παράξενα μαζί με Θεοδωράκη, Λοΐζο, μπαλάντες και επαναστατικά, με φωνή και άρθρωση που δε θύμιζε κανέναν και δεν την ξέχναγες ποτέ. Θυμάμαι, σαν τώρα, με μια κιθάρα να τραγουδάει «Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό» σε μια ταράτσα στην Πλάκα, μαύρη χούντα μιλάμε, και οι μπάτσοι να εφορμούν για να πάψουν αυτοί οι παράξενοι, να βγάλουν το σκασμό.

Τον ξανασυνάντησα στην «11η Εντολή», στο «Rodeo», στο «Κύτταρο». Ήταν κάτι πολύ πρωτοποριακό όσο και μυστήριο, και στις μουσικές και στα λόγια και στην εξαιρετικά έντονη αντίθεση με την εποχή και την ατμόσφαιρα, σαν φωτεινά μονοπατάκια στο σκοτάδι.

«Μ’ ωτοστόπ θα ξεκινήσω για ταξίδι μακρινό» ήταν το πρώτο τραγούδι που μάθαμε. «Ωτοστόπ» ήταν και ο πρώτος δίσκος που ηχογράφησε μαζί με τα «Ανάκαρα» του Νίκου Ζιώγαλα. Στην Πλάκα και στη Χέϋδεν με τον Νικόλα, τη Μαρίζα Κωχ, το Νίκο Ξυλούρη, τη Δέσποινα Γλέζου, τους Ζουγανέλη, Μπουλά, Ισιδώρα, Ανδριανό, Χαρβά ή με τον Σαββόπουλο. Στο Χολαργό, που έμενα, τον έβρισκα στην αυλή ή στο μπαλκόνι του Μάνου Λοΐζου να παίζουν τάβλι, να διηγούνται ή να τραγουδάνε με τους φίλους…

Λίγο μετά, πριν από τη μεταπολίτευση, ανοίξαμε με τον Τζίμη ένα δισκάδικο στη Φιλολάου, το Κύτταρο, μάλιστα εντελώς τυχαία στον αριθμό 114, που έκλεινε το μάτι στους περαστικούς και τους πελάτες. Ήμαστε πια φίλοι με τον Θανάση και εκεί πρωτακούσαμε σ’ ένα μπομπινόφωνο SONY τις μαγνητοταινίες με τα play back της «Ατέλειωτης εκδρομής»: Πρέβεζα, Γνωριμία με τον Μάνο Ελευθερίου στο τρένο για τη Χαλκίδα, Μπενερτζή του Ναζίμ Χικμέτ, Κιθάρες των νερών, Βαθιές οι ρίζες, Άδοξο τέλος. Και την Εκδρομή με τη Μαρίζα. Ήμαστε πολύ φίλοι πια και γινόμασταν όλο και πιο πολλοί. Στεναχωρήθηκα όταν τα μάζεψε και γύρισε στην Κομοτηνή, κοντά στην πατρίδα του, το Σουφλί, αλλά ταυτόχρονα ζήλευα, γιατί κι εγώ ήθελα να φύγω απ’ την Αθήνα, αλλά πού να πήγαινα;

Είχαμε περάσει πολλά, ξύλο μετά μουσικής, απογοητεύσεις, διωγμούς, καταλήψεις στις Νομικές και στα Πολυτεχνεία, πάντα τραγουδώντας και πάντα ελπίζοντας. Δε θα έρχονταν κάποτε αυτές οι γαμημένες καλύτερες μέρες; Έγραφα και στιχάκια για να του τα δώσω κάποια στιγμή να τα κάνει τραγούδια (όπως είχα δώσει στους Μάνους, τον Λοΐζο και τον Χατζιδάκι, και στον Τζίμη). Στον Θανάση δεν τα ’χω δώσει ακόμα, τα χρωστάω... Και κάθε που πήγαινα στην Κομοτηνή πάντα τα ξέχναγα πίσω, παρόλο που για τον Γκαϊφύλλια πήγαινα, στο δικό του δισκάδικο, στη Φιλικής Εταιρείας (κι άλλη συμβολική σύμπτωση), που κι αυτό το λέγαν Κύτταρο! Επίσης βρεθήκαμε μαζί στο Χαλάνδρι να τραγουδάμε στο «Μυστικό Τοπίο» του Νότη και του Τάσου, κάτι «σαν ραδιόφωνο», και με την υπόσχεση πως «θα βρεθούμε ξανά», που δε σήμαινε τίποτα για μας, γιατί ποτέ δε χαθήκαμε!

Ο κύκλος όσων σας περιγράφω κλείνει πάλι στο Κύτταρο, το αρχικό της οδού Ηπείρου, μ’ αυτό το διπλό δίσκο. Είναι μια εκδρομή 40 χρόνων που διατρέχει όλη την Ελλάδα και τη ζωή μας. Περιλαμβάνει τα παιδιά μας, τους φίλους μας, τις ελπίδες μας, τα πάθη και τα λάθη μας. Πάμε, Θανάση. Πάμε πάλι.

Γρηγόρης Ψαριανός

ΠΗΓΗ:
Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Αυτά που ρωτάς - Ζωντανά στο Κύτταρο (LYRA, 2010)

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Η πρώτη "ελεύθερη" συνέντευξη του Γιώργου Νταλάρα

Η πρώτη συνέντευξη του Γιώργου Νταλάρα μετά τη Χούντα
(στον «Ταχυδρόμο» και τον Κώστα Ρεσβάνη)
Δημοσιεύτηκε στη Musicpaper (www.musicpaper.gr)
Musicpaper παρουσιάζει για πρώτη φορά στο διαδίκτυο εκτενή αποσπάσματα από την πρώτη συνέντευξη του Γιώργου Νταλάρα μετά την πτώση της δικτατορίας. Η συνέντευξη δόθηκε στον γνωστό δημοσιογράφο Κώστα Ρεσβάνη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος», αρ. 1064, σελ. 62-63, στις 29 Αυγούστου 1974. Ο τίτλος της; «Δίνει την πρώτη ελεύθερη συνέντευξή του - Νταλάρας: Ίσως να έμενα όρθιος, ίσως να λύγιζα κι εγώ». Ανάμεσα στα άλλα, ο αναγνώστης ίσως παραξενευθεί από την παρότρυνση του 25χρονου τότε Νταλάρα προς τον Γρηγόρη Μπιθικώτση να …«αποτραβηχτεί από το χορό». Την ίδια στιγμή, ο Νταλάρας υπενθυμίζει εν έτη 1974 ότι «το παρόν ανήκει σε άλλους», ενώ στρέφεται με θαυμασμό στον Μίκη Θεοδωράκη αποκαλώντας τον «αρχιστράτηγο». Μία ενδιαφέρουσα, από κάθε άποψη, κουβέντα!
ηρ.οικ.
-----


(…)
Γιώργος Νταλάρας: Μη με λογαριάζετε αντιστασιακό. Ούτε η παρουσία μου ανάμεσα στα παιδιά του Πολυτεχνείου είναι ηρωισμός. Τους άλλους τους ανώνυμους να βρεις. Αυτούς που τώρα ίσως να μην έχουν σταυρό στο μνήμα τους, και βγαίνουν τώρα και λένε ό,τι θέλουν οι μοντέρνοι αντιστασιακοί «της τρεχούσης εβδομάδος»…
Η μόνη δική μου πράξη αντίστασης υπήρξε η άρνησή μου να τραγουδήσω πολλά κακά τραγούδια, που προσπάθησαν να μου επιβάλλουν συνθέτες και εταιρείες. Τώρα, βλέπεις, πήραν την ιερή υπόθεση του Πολυτεχνείου και την έβαλαν στην επιθεώρηση. Είναι χυδαίο, ανήθικο.

Κώστας Ρεσβάνης: Ξέρεις πολλούς από τους συνθέτες και στιχουργούς που έμειναν όρθιοι στη διάρκεια της επταετίας και εξακολουθούν να υπάρχουν;

Ο Θεοδωράκης, φυσικά, ο Λοΐζος, ο Κουγιουμτζής και άλλοι. Από τους στιχουργούς ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Μάνος Ελευθερίου και λίγοι ακόμη. Δεν θα σου απαντήσω όμως αν με ρωτήσεις γι’ αυτούς που εκμαύλισαν τον κόσμο, αφού είναι γνωστοί σαν κάλπικες δεκάρες.

Βρέθηκες κάποια στιγμή στην επταετία σε αδυναμία, κάτω από τις πιέσεις. Ξέρουμε ότι ήσουν κομμένος από ραδιόφωνο και τηλεόραση το μεγαλύτερο διάστημα. Έφτασε κάποια στιγμή, που άρχιζες να λυγίζεις;

Αν ήξερες πόσο δυνατή είναι η αντίθεσή μου στη δικτατορία, δεν θα μου το έλεγες αυτό. Άλλωστε στο λέω πάλι: Εγώ λογαριάζομαι από τους τυχερούς της ιστορίας. Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν χρησιμοποιούσαν βία. Ίσως έχανα τη ζωή μου ή την υγεία μου μένοντας όρθιος. Ίσως λύγιζα, οπότε αντίο Νταλάρα… Και είπα τότε αρκετά πράγματα, αλλά δεν γράφτηκαν. Δεν είμαι ο τραγουδιστής που τώρα ξαφνικά απέκτησε ανησυχίες. Δεν διεκδικών παράσημα αντιστασιακού, γιατί δεν τα αξίζω. Είμαι ένας άνθρωπος που τον λένε Γιώργο, που καταπιάστηκε τόσα χρόνια και που μιλάει για πράγματα που μπορούν σήμερα να γραφτούν. Μιλώ για λίγα, ουσιαστικά, από αυτά που σκέπτεται ο αγρότης, ο εργάτης, ο απλός άνθρωπος και που σ’ αυτούς δεν πάει ο δημοσιογράφος.

Μιλάς για «άσπρη μέρα». Ωστόσο όλα αυτά τα χρόνια δούλευες σε κοσμικό κέντρο, που δεν έχει σχέση με την σημερινή σου παρουσία. Βρέθηκαν πολλοί που σε κατηγόρησαν γι’ αυτό.

Δεν θα προσπαθήσω να δικαιολογηθώ. Απλώς θα σου εκθέσω τα γεγονότα με λίγα λόγια. Δημιουργώντας αυτό το μεγάλο κέντρο, είχαμε υπ’ όψη μας άλλα πράγματα. Ονειρευόμαστε να έλθει ο Καζαντζίδης, που τελικά, άγνωστο για ποιο λόγο, δεν ήλθε. Να έλθει ο Ξυλούρης και άλλοι νέοι άνθρωποι, ώστε να δημιουργήσουμε ένα πραγματικό λαϊκό κέντρο. Ο Στέλιος θα έφερνε πολύ κόσμο και εμείς οι άλλοι επίσης. Έτσι καθώς θα ήταν γεμάτο κάθε βράδυ, ια ρίχναμε τις τιμές. Απέτυχαν όλα αυτά. Και είδα ύστερα τις τιμές, που τοιχοκόλλησαν έξω από το κέντρο. Το κάθε άτομο έπρεπε να πληρώσει 170 δραχμές για ένα ποτό. Σκέφτηκα: Εντάξει. Όσο σχεδόν δίνουν σε μία μπουάτ. Ύστερα… έπεσα έξω. Όταν είδα να υποχρεώνεται ο κόσμος να τρώει φρούτα και να τα πληρώνει μ’ ένα μηνιάτικο μισθό. Και ξεσπάθωσα… φώναξα… κατηγόρησα το ίδιο μου το σπίτι, αλλά αυτό δεν έπεσε να με πλακώσει… Είπα: «Κόσμο σε κοροϊδεύουνε… σου παίρνουν τα λεφτά σου…». Και ο κόσμος εξακολουθούσε να έρχεται κι εγώ να μένω εκεί τυλιγμένος στο συμβόλαιό μου.

Και τώρα γιατί γυρίζεις στην Πλάκα; Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ακολουθείς τη μόδα…

Δεν επιστρέφω, γιατί ποτέ δεν ήμουν στην Πλάκα. Πιστεύω ότι σ’ εκείνο τον τόπο τώρα μπορώ να πω αρκετά πράγματα, να φέρω πιο κοντά τον κόσμο. Τι μπορούσε να πει κανείς επί δικτατορίας στην Πλάκα; Λάθος δεν είναι αυτό, αλλά τα άλλα που έκανε ο Μπιθικώτσης. Καλύτερα όμως να μη σταθούμε εδώ…

Αντίθετα νομίζω ότι χρειάζεται να σταθούμε. Συγκρίνεται η φωνή σου αλλά και η στάση σου με τον Μπιθικώτση. Σου κάνω λοιπόν ίσια την ερώτηση: Τι πιστεύεις για τον Μπιθικώτση;

Άκουσε τότε… Πιστεύω στο παρελθόν του Μπιθικώτση. Υπήρξε το παντοδύναμο και το πιο ολοκληρωμένο ον του ελληνικού τραγουδιού. Με ουσιαστική προσφορά. Παρ’ ότι ξέρω ότι στα επτά χρόνια ήταν πιο αρνητικός απ’ ότι έπρεπε, συναισθηματικά του συγχωρώ όλα όσα έχει κάνει λόγω παρελθόντος. Θα έλεγα όμως τώρα ίσως έφτασε ο καιρός να αποτραβηχτεί από τον χορό… Το παρόν ανήκει σε άλλους. Σαν άνθρωπος είναι αξιολάτρευτος μέσα στην απλότητά του… Σωστός ρεμπέτης… όμως τα τραγούδια του σήμερα… και καλύτερα να τα πει, δεν θα μπορέσει να σταθεί μετά από όσα έγιναν.

Εδώ μπαίνει κανένας στον πειρασμό να σε ρωτήσει αν όσα λες για τον Μπιθικώτση έχουν σχέση και με τη δική σου παρουσία δίπλα στον Θεοδωράκη.

Όχι. Αυτή την στιγμή σου μιλάει ο ακροατής Νταλάρας, όχι ο τραγουδιστής. Θα πρέπει να ξαναπώ ότι εγώ τραγούδησα μόνο, επειδή άκουγα να τραγουδάει ο Μπιθικώτσης. Καταλαβαίνεις; Είμαι από τους πιο φανατικούς ακροατές του Γρηγόρη. Και όταν λέω «το παρόν ανήκει σε άλλους», δεν εννοώ τον εαυτό μου. Άλλωστε, ίσως να μη μπορέσω να πω εγώ όλα τα καλά τραγούδια του Θεοδωράκη.

Εκτός από τα «Λιανοτράγουδα», σε ποιο σημείο βρίσκεται η συνεργασία σου με τον Θεοδωράκη; Και επειδή μέχρι σήμερα δεν έχει ακουστεί η γνώμη σου για την παρουσία του Θεοδωράκη, θα ήθελα να μου μιλήσεις πάνω και σ’ αυτό.

Να ο κίνδυνος. Άντε να πείσεις τον άλλον ότι δεν υπάρχει περίπτωση κολακείας. Θα σου πω όμως ό,τι πιστεύω. Λοιπόν, ο Θεοδωράκης δεν τελειώνει πουθενά… Μια πηγή είναι. Αρχιστράτηγος και εμείς όλοι λοχίες… Μέχρι που να ξεκαθαρίσουν πάντως τα πράγματα, νομίζω ότι είναι συναισθηματικά δεμένος με τους παλιούς συνεργάτες του και δικαιολογημένα. Τα «Λιανοτράγουδα» πάντως, πέρα από όσες επιφυλάξεις υπάρχουν για τον τρόπο εκτελέσεώς τους, είναι δεμένα με κάτι το ανεπανάληπτο: Τα γυρίσαμε το τριήμερο που γινόταν το έπος του Πολυτεχνείου… Έφευγα από το στούντιο, πήγαινα εκεί… Καταλαβαίνεις… Και κάτι ακόμη: Ο Θεοδωράκης δεν είναι μόνο δικός μας. Ανήκει σε όλο τον κόσμο. Είναι ένα βιβλίο που γυρίζεις πέντε δισεκατομμύρια σελίδες και έχει ακόμη…

Τι στάθηκε καθοριστικό για την διαμόρφωση της σκέψης σου στην διάρκεια της δικτατορίας;

Η βία και η αστυνόμευση. Μέχρι τότε - ήμουν δεκαοχτώ ετών - πίστευα πως όλα αυτά τα πράγματα που ακούγαμε για τους διωγμούς, την εισβολή στα σπίτια, το τράβηγμα των ανθρώπων στις φυλακές, το κάψιμο των βιβλίων, ανήκαν στο χώρο της φαντασίας. Και τα αντίκρισα. Ανατρίχιασα καθώς διάβαζα τα απαγορευμένα βιβλία και έβλεπα πόσες χούντες έχουν περάσει… Τα φίδια άλλαζαν απλά και μόνο τα πουκάμισά τους. Και κατάλαβα πόσο δίκιο είχε ένα γεροντάκι, όταν μου είπε να προσέξω, γιατί τα παιδιά μας μπορεί να υπηρετήσουν στο αμερικανικό ναυτικό… Η Ελλάδα υπέφερε. Ξέρω γέρους κυνηγημένους, χτυπημένους και φυλακισμένους που στέκουν τρυπώντας τα πόδια τους με ενέσεις ινσουλίνης. Είδα να διώχνουν ένα ηλικιωμένο γκαρσόνι και να το στέλνουν κάθε εβδομάδα από Αθήνα Θεσσαλονίκη, γιατί, λέει, ήταν κομμουνιστής και θα μόλυνε τα άλλα γκαρσονάκια… Κομμουνιστής αυτός, κομμουνιστής κι εκείνος. Στο όνομα του αντικομμουνισμού έγιναν τα χειρότερα εγκλήματα. Δεν είμαι πολιτικό πρόσωπο, αλλά θέλω να πω ότι η Αστυνομία πρέπει να υπάρχει για να κυνηγάει τους ληστές και τίποτε άλλο. Δεν ξέρω αν είναι καλός ή κακός ο κομμουνισμός, αλλά εδώ το πράγμα έχει παραγίνει. Λες στον τροχονόμο ότι έχει άδικο - «Δεν πρέπει να με γράψετε κύριε» - και σου λέει «είσαι κομμουνιστής»…

Βλέπεις να υπάρχει ελπίδα για κάτι καλύτερο και από πού;

Από τους νέους θα προκύψει κάτι καλό. Φοβάμαι όμως μήπως βολευτούν, όταν περάσουν αυτή την ηλικία. Αν όλοι μείνουμε νέοι με κεφαλαίο «Ν», πολλά πράγματα θα ομορφύνουν.
(…)



Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Tarja γύρνα πίσω ή έστω τηλεφώνα





TARJA TURUNEN - NIGHTWISH, στην τελευταία τους κοινή ζωντανή εμφάνιση το 2005, στην περιοδεία "End of an Era". Έξι χρόνια ξενερώματος έχουν μεσολαβήσει από εκείνη τη συναυλία στο Ελσίνκι, με τη φυγή της φιλανδής θεάς Tarja από το συγκρότημα εν μέσω πικρών αλληλοκατηγοριών με τα υπόλοιπα μέλη των Nightwish. Αλλά το αίτημα - ή μάλλον η φαντασίωση - παραμένει: Tarja, γύρισε πίσω! Μέχρι να γίνει αυτό, ας απολαύσουμε παρέα το μεγαλύτερο opera metal συγκρότημα των 2000s στο κλασικό "Phantom of the Opera". Δεν περιγράφω άλλο...
ηρ.οικ.
ΥΓ: Σχόλιο θαυμαστή τους στο youtube: "I would have sex with this video if I could". Me too...

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Quiz: Δωρικός



Δεν μπορεί, όλο και κάπου θα το έχετε ακούσει το γνωστό στερεότυπο: ο τάδε συνθέτης είναι "δωρικός", η ερμηνεία του δέινα μεγάλου λαϊκού ερμηνευτή είναι "δωρική", οι "δωρικές" δημιουργίες του δίσκου, η "δωρική" ατμόσφαιρα, ο "δωρικός" τρόπος του τραγουδισταρά μας, κλπ. Όρκο δεν βάζω, μπορεί κι εγώ να το έχω χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο κλισέ, μπορεί κι εσύ, μπορεί κι η γάτα μου μαζί. Αλλά τι στο καλό σημαίνει; Δε λέω, αναπόφευκτα τα στερεότυπα, αλλά αυτό παίρνει με διαφορά το βραβείο του grand-γκαγκάν κλισέ της ελληνικής μουσικής δημοσιογραφίας. Βασικά, η "δωρική" είναι μία από τις κλίμακες της αρχαίας ελληνικής μουσικής ["δωρικός τρόπος"] ενώ γνωστός είναι βέβαια και ο δωρικός ρυθμός στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική. Πώς γίνεται όμως και πλέον έχουμε γεμίσει δωρικότητα στην μουσική δημοσιογραφία; Τι πάθαμε; Αναβιώνει το αρχαίο πνεύμα αθάνατο, ή ξεμείναμε από έμπνευση; Και εσύ, αγαπητή μου αναγνώστρια των Μ.Π. θα λάβεις μετά από κλήρωση το απόλυτο δώρο αν απαντήσεις στην εξής απλή απάντηση: τι σημαίνει η λέξη "δωρικός" στο τραγούδι μας; Ποιό το δώρο; Μα φυσικά μία τρίμετρη κολωνάρα δωρικού ρυθμού, κατευθείαν από το Μουσείο της Ακρόπολης.
ηρ.οικ.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Μάνος Αβαράκης - 8 φωτογραφίες

Μάνος Αβαράκης. Ο μεγαλύτερος έλληνας σολίστας της φυσαρμόνικας, μουσικός και περφόρμερ παγκόσμιας κλάσης, και μία από τις ευγενέστερες φιγούρες του ελληνικού τραγουδιού. Μια κουβέντα μαζί του, από τις ωραιότερες προσωπικές ανταμοιβές τούτου του blog, θα βρείτε ΕΔΩ. Σήμερα, η κουβέντα είναι με τις φωτογραφίες του, δημιουργίες του Θ. Αρβανίτη, και με το παιχνίδισμα των σκιών και του φωτός. Με το παιχνίδισμα της φυσαρμόνικας, δηλαδή. ηρ.οικ.
-----







  








Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Ο Πάνος Γεραμάνης για τον Στέλιο Καζαντζίδη


Ο ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΕΛΙΟ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ (ΑΠΟ ΤΟ «ΝΤΕΦΙ»)

(δημοσιεύτηκε στο 'Musicpaper' www.musicpaper.gr)

Στέλιος Καζαντζίδης, Πάνος Γεραμάνης… οι συστάσεις είναι μάλλον περιττές για δύο ογκόλιθούς που υπηρέτησαν με συνέπεια - από διαφορετικές θέσεις ο καθένας - το ελληνικό τραγούδι. Ο Πάνος Γεραμάνης υπήρξε ένας διακεκριμένος μελετητής του λαϊκού τραγουδιού, η γραφή  του οποίου διατηρεί στο ακέραιο τη διαχρονικότητά της. Ο Στέλιος Καζαντζίδης σημάδεψε με τη φωνή του τους πόθους και τα βάσανα μιας ολόκληρης εποχής. Σήμερα παρουσιάζουμε εκτενή αποσπάσματα από δύο βαρυσήμαντα σημειώματα του Γεραμάνη για τον Καζαντζίδη. Δημοσιεύτηκαν στο μουσικό περιοδικό «Ντέφι», τεύχος 5, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1983, σελ. 21-22, 33. Αφορμή για το αφιέρωμα του περιοδικού στον Καζαντζίδη ήταν μία σειρά δύο εκπομπών των «Ρεπόρτερς» (Γιάννης Δημαράς, Γιώργος Λιάνης, Κώστας Χαρδαβέλλας) για το ζήτημα του συμβολαίου του Καζαντζίδη με τη MINOS. Όσο για το «Ντέφι», εκεί θα επιστρέψουμε στο άμεσο μέλλον με ένα αφιέρωμα στην πορεία του ιστορικού αυτού περιοδικού.
ηρ.οικ.
-----


ΟΙ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΔΕΝ ΕΘΙΞΑΝ ΣΩΣΤΑ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ

του Πάνου Γεραμάνη

Τώρα που σταμάτησε, κάπως, ο θόρυβος, γύρω από την υπόθεση του Στέλιου Καζαντζίδη, πιστεύουμε πως είναι καιρός να γραφτούν ορισμένα πράγματα, για την εκστρατεία ενάντια στο μεγαλύτερο λαϊκό τραγουδιστή μας.

Θα προσπαθήσουμε, με κάθε αντικειμενικότητα, να δώσουμε κάποιες ερμηνείες, για το πώς ξεκίνησε, πού έφτασε και ποιους στόχους είχε όλος αυτός ο θόρυβος γύρω από την υπόθεση του Καζαντζίδη. Φυσικά μπορεί να υπάρξει ερώτημα ή ερωτήματα γι’ αυτούς που θα διαβάσουν τούτο το θέμα. Και να πουν:

- Είναι δυνατό να μη μεροληπτήσετε υπέρ του Καζαντζίδη όταν από την πρώτη, κιόλας, παράγραφο τον αποκαλείτε «τον μεγαλύτερο»; Πριν όμως προχωρήσει σ’ αυτό το ερώτημα ο οποιοσδήποτε αναγνώστης, επιβάλλεται να του πούμε ότι υπάρχει εδώ και 25 (το λιγότερο) χρόνια μια γενική παραδοχή:

Ο Στέλιος Καζαντζίδης είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας τραγουδιστής, σ’ όλες τις εποχές. Κι αν δεν αρέσουν τα πολλά τραγούδια του, η φωνή του δεν ξαναβγαίνει. Είναι ανεπανάληπτη. Ο Στέλιος Καζαντζίδης είναι ο πρώτος λαϊκός καλλιτέχνης. Απόδειξη: Δεν βγαίνει στο πάλκο απ’ το 1965, δεν τραγουδά σε δίσκους απ’ το 1976. Η δημοτικότητά του, όμως, αντί να πέσει ανεβαίνει.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης στα χιλιάδες τραγούδια που ερμήνευσε είπε και μερικά ταξικά τραγούδια. Μπορεί τα τραγούδια του να μην είχαν πολιτικές ανησυχίες και οραματισμούς. Είχαν όμως άμεσους προβληματισμούς. Μπορεί να μην τα ’γραψαν μεγάλοι ποιητές ή «αναγνωρισμένοι» συνθέτες. Τα ’γραψαν όμως απλοί άνθρωποι του λαού.

Αυτά είναι μερικά από τα αποδεικτικά στοιχεία για την αξία του Στέλιου Καζαντζίδη. Αλλά και πάλι θα υπάρξουν δύσπιστοι που θα πουν: «Δεν πα’ να λέτε ό,τι θέλετε, ο Καζαντζίδης δεν αρέσει γιατί κλαψουρίζει και μας κουράζει…»

Υπάρχει κι εδώ απάντηση: Αν ο Καζαντζίδης λέει με πόνο τα περισσότερα λαϊκά τραγούδια του, αυτό είναι το στυλ του για τις συγκεκριμένες ερμηνείες. Έτσι καταλαβαίνει τα τραγουδιστικά του θέματα ο Στέλιος κι έτσι ο πολύς κόσμος νοιώθει το Στέλιο.

Εξάλλου δεν «κλαψουρίζει» πάντα ο Καζαντζίδης. Όσοι έχουν αντίθετη γνώμη και δεν τους αρέσει το είδος αυτό, ν’ ακούσουν τα κομμάτια των Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Λοΐζου, Λεοντή, Κατσαρού και Ξαρχάκου, που έχει ερμηνεύσει ο Καζαντζίδης. Η φωνή του είναι αυτό που ζητά ο κάθε συνθέτης. Δυνατή, καθαρή, με σπάνια και ανεπανάληπτα ανεβοκατεβάσματα.

(…)

Ο Καζαντζίδης είτε το θέλουμε είτε όχι, έχει πει ταξικά τραγούδια. Όταν λέει ότι τραγουδάει τους καημούς του κοσμάκη και τις πίκρες του και τις αδικίες του, είναι ταγμένος με την εργατική τάξη.

Τα «Μουντζουρωμένα χέρια» δεν τα ’πε για κανένα κουλτουριάρη. Τις «φάμπρικές», «Στον Καναδά, στη Βραζιλία, «Το ψωμί της ξενητειάς», δεν τα τραγούδησε ούτε για βιομήχανους ούτε για επιχειρηματίες. Τα τραγούδησε γι’ αυτούς που μοχθούν καθημερινά για το μεροκάματο, γι’ αυτούς που τους διώχνει ο κάθε άπληστος επιχειρηματίας και τραβάνε… για του Βελγίου τις στοές.

Ο κόσμος λοιπόν που απευθύνεται το λαϊκό έργο του Καζαντζίδη είναι οι εργάτες και γενικά οι εργαζόμενοι. Αυτοί πιάνουν τα μηνύματά του. Απ’ αυτό τον κόσμο αναβλύζει μια τρομακτική δημοτικότητα που δεν σβήνει.

(…)

Ο χαμένος της υπόθεσης είναι το γνήσιο λαϊκό τραγούδι. Γιατί όπως και να το κάνουμε ο Καζαντζίδης είναι μια αρχή και μια συνέχεια για το λαϊκό τραγούδι.

Αυτή τη στιγμή χαίρονται μόνο οι εχθροί του λαϊκού τραγουδιού, που προσπαθούν να το εξαφανίσουν και να ποτίσουν τον ελληνικό λαό μ’ ένα ψωρο-ευρωπαϊκό στυλ.

Όσα ειπώθηκαν, ό,τι κι αν έγινε, πρέπει να λησμονηθούν. Μπορεί να ’κανε κάποια λάθη ο Καζαντζίδης. Να είπε κάτι παραπάνω. Είπαν κι άλλοι όμως. Και στο κάτω-κάτω η φωνή του Καζαντζίδη σκεπάζει τα πάντα.

«Ντέφι», τεύχος 5, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1983, σελ. 21-22.
-----

Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΣΤΙΣ 33 ΣΤΡΟΦΕΣ

του Πάνου Γεραμάνη

Ο Στέλιος Καζαντζίδης αποτελεί μοναδικό φαινόμενο για την ελληνική δισκογραφία. Είναι ο μόνος τραγουδιστής που στα 30 χρόνια της καριέρας του, ερμήνευσε πάνω από 3.000 τραγούδια.

Ο μέγιστος λαϊκός τραγουδιστής απόδοσε με ιδιαίτερη επιτυχία δεκάδες συνθέσεις των μεγαλύτερων ελλήνων δημιουργών του ρεμπέτικου, λαϊκού, δημοτικού, έντεχνου λαϊκού κι ακόμη του ελαφρού τραγουδιού.

Δίνουμε τώρα, παρακάτω, έναν αναλυτικό κατάλογο με τραγουδοποιούς που εμπιστεύθηκαν τα τραγούδια τους στο Στέλιο Καζαντζίδη, κι έγιναν μεγάλα λαϊκά σουξέ. Αυτοί είναι:

Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Μητσάκης, Καλδάρας, Δερβενιώτης, Μπακάλης, Λαύκας, Χρυσίνης, Κολοκοτρώνης, Ζαμπέτας, Χιώτης, Κλουβάτος, Άκης Πάνου, Καραπατάκης, Καρανικόλας, Δαλιάνης, Π. Τριανταφυλλίδης, Μανισαλής, Β. Βασιλειάδης, Νάκης Πετρίδης, Χρ. Νικολόπουλος, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Λεοντής, Κατσαρός, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Νίκος Γκάτσος, Κώστας Βίρβος, Λευτ. Παπαδόπουλος, Πυθαγόρας, Δ. Χριστοδούλου, Τ. Λειβαδίτης, Δ. Γκούτης, Ε. Ατραΐδης, Ι. Βασιλόπουλος, Κ. Δελαγραμμάτης, Κ. Ψυχογιός, Σταθ. Τσαγκλής κ.ά.

Επίσης κοντά στο Στέλιο Καζαντζίδη, έχουν παίξει οι πιο καλοί έλληνες λαϊκοί οργανοπαίχτες: Παπαδόπουλος, Καρνέζης, Μακρυδάκης, Ζαμπέτας, Ποτοσίδης, Νικολόπουλος, Αγγέλου, Σταματίου, Λεμονόπουλος, Πολυκανδριώτης, Παλαιολόγου, Σαλέας, Κόρος, Γ. Κοινούσης, Β. Βασιλειάδης, Λαζ. Κουλαξίζης, Κ. Σταματάκης, Ευαγγελία Μαργαρώνη, κ.α.

Από το 1961 μέχρι τώρα μερικά μόνο απ’ τα χιλιάδες τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη κυκλοφόρησαν συγκεντρωμένα σε 37-40 δίσκους μακράς διαρκείας…
(…)

«Ντέφι», τεύχος 5, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1983, σελ. 33.


(Πάνος Γεραμάνης, Θόδωρος Δερβενιώτης, Στέλιος Καζαντζίδης)