Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

μια παρασιτική άσκηση εξουσίας

Ποια είναι η γνώμη σας για τον ρόλο της κριτικής;
(...)
Η κριτική ήταν, είναι και θα είναι μια παρασιτική άσκηση εξουσίας από τους μη δημιουργούς στους δημιουργούς. Δεν νομίζω όμως να άλλαξε ποτέ σε κάτι τη ροή των πραγμάτων. Το ρεύμα του ποταμού, όσα πετραδάκια και να βάλεις, ή θα τα παρασύρει ή θα τα πλημμυρίσει. Όλη η ιστορία το αποδεικνύει: κάθε τι καινούργιο πολεμήθηκε και κάθε τι αξιόλογο επέζησε.

Άρης Χριστοφέλλης, συνέντευξη στον Αλέξανδρο Ιωάννου, Δίφωνο, τ. 9, Ιούνιος 1996.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Ευσταθία: "Manager"

Κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ το βιβλίο "Τέρμα για σήμερα ο μύθος". Συγγραφέας του η δημοφιλής ποπ τραγουδοποιός Ευσταθία. Στο βιβλίο συγκεντρώνεται το σύνολο των στίχων της από τους τέσσερις προσωπικούς δίσκους της, καθώς και έντεκα σύντομα αφηγήματα. Κατόπιν ευγενικής άδειας της δημιουργού, αναδημοσιεύουμε ένα από τα κείμενα αυτά, στα οποία βεβαίως ξεδιπλώνεται η καυστική ματιά της Ευσταθίας πάνω στις κυρίαρχες αξίες και τα πρότυπα της εποχής. Το βιβλίο η συγγραφέας το αφιερώνει "στη μνήμη του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Κωστή Παπαπέτρου που μου έμαθε τον τρόπο να σκέφτομαι...". ηρ.οικ.
-----



Manager
Θεά η εξειδίκευσις!
Σημαντικότατη!
Ξένες γλώσσες, υπολογιστές!
Marketing plans,
wannabe stars!
Ετοιμάσου...
θα γίνεις manager!
Τι άλλο θέλεις;
Manager!
Executive manager! Producer manager! Sales manager!
Executive producer asshole manager!
Μην τους ακούς αυτούς που σε λένε "δουλάρα"...
Ζηλεύουν την τύχη σου...
Κι αυτά που λένε ότι δε θα 'χεις χρόνο ούτε για κατούρημα
είναι κακίες!
Εμείς δε βάζουμε χρονοδιακόπτη στην τουαλέτα!
Το σπουδαιότερο:
θα 'χεις χρόνο να διαβάζεις τα αγαπημένα σου βιβλία!
Αυτά που λένε για το Σύμπαν που συνωμοτεί...
τον "Αλχημιστή", το "The secret", έτσι για να αισθάνεσαι
πόσο τυχερός είσαι...
Μέσα σ' αυτό το χάος εσένα διάλεξε ο Θεός για να σώσει...
Εσύ μόνο μία υποχρέωση θα έχεις:
Να γίνεσαι όλο και καλύτερος,
όλο και πιο αποδοτικός,
αφοσιωμένος,
σοβαρός και υπάκουος,
πειθαρχημένος,
σεμνός και πάνω απ' όλα:
σωστός οικογενειάρχης.
Ευσταθία

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Μουσική αντίληψη και δημιουργία







Μιχάλης Γρηγορίου
Μουσική αντίληψη και δημιουργία
Καθολικές σταθερές και πολιτιστικές μεταβλητές
ISBN: 978-960-211-990-7
Εκδόσεις Νεφέλη
Σειρά: Βιβλία για τη μουσική
Σελ. 448, τιμή: € 35,00
Σχήμα: 21,2x28,4εκ.




Πως αντιλαμβάνεται και πως διαχειρίζεται ο εγκέφαλος τα μουσικά ερεθίσματα;   Ποιές είναι οι ομοιότητες κι’ οι διαφορές ανάμεσα στον τρόπο αντίληψης της μουσικής και στον τρόπο αντίληψης της γλώσσας, αλλά και άλλων συμβολικών συστημάτων που αντλούν τα νοήματα τους μέσα στο χρόνο, όπως η μιμική, ο χορός, οι μεταβολές των εκφράσεων του προσώπου, ο επιτονισμός της ομιλήας ; Πως μπορεί η μουσική, οχι απλώς να σηματοδοτεί και να “εκφράζει” διαφορετικά συναισθήματα, αλλά να κινητοποιεί και ψυχοσωματικές  αποκρίσεις που βιώνονται απο τον ακροατή ως συγκινήσεις ; Ποιά είναι τα διαφορετικά “νοήματα” που μπορεί να μεταδίδει η μουσική διαφορετικών ιστορικών περιόδων και διαφορετικών στύλ και κατά πόσο αυτά τα “νοήματα” εξαρτώνται κάθε φορά απο το πολιτιστικό πλαίσιο επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης; Ποιά είναι τα κοινά στοιχεία, αλλά κι’ οι διαφορές, ανάμεσα στις μορφές της παραδοσιακής μουσικής που βασίζεται στην προφορική παράδοση και στις μορφές της “έντεχνης” μουσικης που αναπτύχθηκε στη Δύση από την εποχή της Αναγέννησης και μετά και βασίστηκε στη μουσική σημειογραφία και στο σύστημα της δυτικής αρμονίας;  Πως λειτουργεί το “μουσικό γούστο” και γιατί αυτό μεταβάλλεται απο εποχή σε εποχή, αλλά επίσης, γιατί διαφέρει ανάμεσα σε διαφορετικά στρώματα της ίδιας κοινωνίας;  Ποιοί είναι οι παράγοντες που ενθαρρύνουν ή αποθαρρύνουν την έμφυτη ανθρώπινη δημιουργικότητα και πως μπορεί να ερμηνευτεί το φαινόμενο της “αισθητικής καινοτομίας” και της μεταβολής των διάφορων μουσικών ιδιωμάτων και στυλ στη διάρκεια της ιστορίας ; Ποιές είναι οι λειτουργίες και τα “νοήματα” των μορφών μιας “πρωτοποριακής” μουσικής  που εμφανίστηκαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα; Ποιές είναι οι λειτουργίες και τα “νοήματα” μιας σύγχρονης μουσικής που παράγεται και διαδίδεται μαζικά μέσω της δισκογραφίας, ποιός είναι ο ρόλος των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της διαφημίσης και ποιές οι επιδράσεις τους στη διαμόρφωση των σύγχρονων μουσικών ρευμάτων, αλλα και της συνείδησης και της ευαισθησίας των ανθρώπων στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες ; Ποιές είναι τελικά οι βαθύτερες πολιτικές προεκτάσεις αυτών των επιδράσεων;
Σε τέτοια καίρια ερωτήματα επιχειρεί να δώσει αναλυτικές απαντήσεις ο Μιχάλης Γρηγορίου σ’ αυτή την πρωτοποριακή μελέτη, βασισμένος σε δεδομένα που παρέχονται, τόσο απο την ιστορία της δυτικής μουσικής και την εθνομουσικολογία, όσο κι’ από την άμεση παρατήρηση, τα οποία ερμηνεύει και συσχετίζει υπό το πρίσμα μεθόδων και συμπερασμάτων που προέρχονται από πολλούς διαφορετικούς επιστημονικούς τομείς, όπως είναι η ψυχολογία της αντίληψης κι’ η νευροφυσιολογία, αλλά επίσης, η κοινωνιολογία της γνώσης και του αισθητικού γούστου, η σημειολογία, η κοινωνιογλωσσολογία κι’ η ψυχολογία των συγκινήσεων, καθώς κι’ η ανθρωπολογία κι’ η πολιτιστική ψυχολογία. ¨Οπως τονίζει δε ο συγγραφέας : “Η κατανόηση των μηχανισμών λειτουργίας της μουσικής αντιλήψης ισοδυναμεί με την κατανόηση του τρόπου με  τον οποίο λειτουργεί σε προγλωσσικό επίπεδο  το “λογισμικό” της συνείδησης”.  Πράγματι, όπως θα διαπιστώσει στην πορεία ο αναγνώστης, το βιβλίο αυτό μπορεί μεν να έχει ως αντικείμενο του την μουσική αντίληψη και δημιουργία, προτείνει όμως κι’ ένα μεθοδολογικό πρότυπο για τη διερεύνηση των τρόπων λειτουργίας των συμβολικών κωδίκων μέσα στην κοινωνία και, εν τέλει, της ανθρώπινης συνείδησης.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Ο Μιχάλης Γρηγορίου στα Μουσικά Προάστια

Με ενθουσιασμό καλοσωρίζουμε στα "μουσικά προάστια" τον Μιχάλη Γρηγορίου. Ο γνωστός συνθέτης και θεωρητικός μας εμπιστεύτηκε μια σειρά ανέκδοτων σημειώσεων με τίτλο "Βίος παράλληλος: Ανεπίδοτα γράμματα περί συνείδησης, χρόνου, θανάτου και άλλων τινών (2009-2011)", οι οποίες και θα δημοσιευθούν στο blog με τη μορφή ημερολογιακών καταγραφών. Οι σημειώσεις χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τις σχετικές με τη φιλοσοφία και την τέχνη με τίτλο "Εσύ, ο χρόνος, ο θάνατος κι εγώ", και τις σχετικές με την Αριστερά και την πολιτική με τίτλο "Απογαλακτισμός αφελούς αριστερού". Μείνετε συντονισμένοι! Ευχαριστούμε θερμά τον Μιχάλη Γργορίου για την εμπιστοσύνη του.
Μ.Π.
-----




Ο Μιχάλης Γρηγορίου γεννήθηκε το 1947 στην Αθήνα. Άρχισε μαθήματα πιάνου από ηλικία 5 χρονών. Αποφοίτησε από τη Σχολή Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, ενώ παράλληλα ξεκίνησε μαθήματα σύνθεσης, τα οποία όμως εγκατέλειψε σύντομα αποφασίζοντας να διδάξει μόνος τον εαυτό του μουσική. Έχει συνθέσει πλήθος έργων για πιάνο, για σύνολα μουσικής δωματιου, για ορχήστρα και χορωδία, για synthesizers, κύκλους τραγουδιων, καθώς και μουσική για θέατρο και κινηματογράφο. Έργα του κυκλοφορούν σε 12 cds. Mεταξύ αυτων περιλαμβάνονται η καντάτα “ΑΝΕΠΙΔΟΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ” (σε ποίηση Α. Αλεξάνδρου), οι κύκλοι τραγουδιών “Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ” (σε ποίηση Μ. Αναγνωστάκη), “Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ” και “ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ” (σε ποίηση Τ. Σινοπουλου), “ΜΠΛΕ” (σε ποιηση  Ρ. Παπανικόλα), το ορατόριο “ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ” (βασισμένο στο ομώνυμο ποιητικό έργο του Τ. Λειβαδίτη), κλπ. Έχει δώσει πολλές συναυλίες, στις περισσότερες απο τις οποίες συμμετείχε ως πιανίστας, αλλά και ως εκτελεστής synthesizers, τα οποία αντιμετώπισε ανέκαθεν ως όργανα με ερμηνευτικές αξιώσεις. Yπήρξε επι 20 χρόνια συνεργάτης του Τρίτου Προγράμματος, όπου εγκαινίασε και τη σειρά  εκπομπών “Το Μουσικό Εργαστήρι του Tρίτου” που έδωσε την ευκαιρία σε πλήθος Ελλήνων μουσικών να παρουσιάσουν πρωτότυπη δουλειά τους.

Εκτός απο τη σύνθεση ασχολήθηκε συστηματικά με την κοινωνική ιστορία της τέχνης και με την ψυχολογία της αισθητικής αντίληψης. Έχει μεταφράσει πολλά θεωρητικά δοκίμια πάνω στη μουσική, ενώ έχει συγγράψει και το δίτομο εκπαιδευτικό βιβλίο “Μουσική για παιδιά και για  έξυπνους μεγάλους”, καθώς και το αυτοβιογραφικό Mαθαίνοντας φυσαρμόνικα: Ασκήσεις αυτοπαρατήρησης ενός Έλληνα συνθέτη”. Έχει διδάξει κοινωνική ιστορία της μουσικής και στοιχεία ψυχολογίας της μουσικής αντίληψης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ενώ έχει δώσει κατά καιρούς και σειρές διαλέξεων. Συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του “Πρότυπου Μουσικού Κέντρου Πειραιά”, του οποίου υπήρξε για ένα διάστημα καλλιτεχνικός διευθυντής. Η μελέτη του “Μουσική Αντίληψη και Δημιουργία: Kαθολικές σταθερές και πολιτιστικές μεταβλητές” υποβλήθηκε ως διδακτορική διατριβή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο τον Απρίλιο του 2007.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Μια συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου





Χρόνης Μίσσιος:

"Ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει Αριστερά"


Εμβληματική μορφή της Αριστεράς, συγγραφέας, σήμερα, στα 80 του, εξακολουθεί να αναζητεί έναν καινούργιο δρόμο και μιλάει για την κρίση, το ΔΝΤ, τις διασπάσεις και τις επαναδιασπάσεις του αριστερού χώρου.


Συνέντευξη στον Αργύρη Παπαστάθη

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, στις 20/06/2010.

«Ο Μανόλης Αναγνωστάκης μου έμαθε γράμματα στη φυλακή, ήμασταν θανατοποινίτες στο Γεντί Κουλέ» λέει ο Χρόνης Μίσσιος στο «Βήμα», στο περιθώριο της συνέντευξης που παραχώρησε ένα καυτό μεσημέρι της περασμένης εβδομάδας στο σπίτι του, στο Μικροχώρι Αττικής. Εμβληματική φυσιογνωμία της Αριστεράς, συγκλόνισε το πανελλήνιο το 1985,όταν αποκάλυψε τη διαδρομή της ζωής του,από τα 17 ως τα 43 του χρόνια σε φυλακές και εξορίες (1947-1973), στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Στα 80 του ζει πλέον αποτραβηγμένος με τη σύζυγό του Ρηνιώ και τα τρία σκυλιά τους σε ένα αγροτόσπιτο, περιτριγυρισμένο από νεοελληνικές βίλες. Για να τον συναντήσει κανείς πρέπει να ακολουθήσει κανόνες... συνωμοτικότητας. Ενα ημιφορτηγό μάς περίμενε στην ταβέρνα «Μπάρμπα Βασίλης» για να μας οδηγήσει στο δρομάκι που καταλήγει στην πόρτα του.

***

- Τι σημαίνει για εσάς αυτή η κρίση;
«Πιστεύω ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, είναι καθολική και παγκόσμια. Ο πλανήτης μας είναι πλέον μια μικρή γειτονιά γεμάτη κινδύνους και εγκληματικές συμμορίες που δεν γνωρίζουν σύνορα. Πιστεύω πως κανένας λαός, καμία χώρα δεν μπορεί να ονειρευτεί μια κοινωνία ισόνομη, ελεύθερη και ειρηνική».

- Γιατί;

«Πολλά θα μπορούσε να αναφέρει κανείς: για τον κίνδυνο του πυρηνικού ολέθρου, για την καταστροφή του περιβάλλοντος, για τον χρηματιστηριακό ιμπεριαλισμό κτλ. Πρόσφατο παράδειγμα έχουμε το έγκλημα της ΒΡ. Κι όμως κανένας δεν θα τιμωρηθεί, κανένας δεν ζητάει να σταματήσουν οι εξορύξεις στα βάθη του ωκεανού. Ολοι μιλούν για το πόσα σεντς έπεσε η μετοχή της. Η ανάγκη συνεργασίας των λαών είναι επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε. Η ανάγκη μιας παγκόσμιας δράσης για να αλλάξουμε τους κοινωνικούς θεσμούς, τις αξίες μας και τη συμπεριφορά μας απέναντι στη φύση και στον συνάνθρωπό μας είναι στοιχειώδης προϋπόθεση».

- Τι μπορούμε να κάνουμε;

«Σήμερα είναι εύλογο το ερώτημα αν το προνόμιο της λογικής του ανθρώπου είναι όντως προνόμιο ή κατάρα. Η οικολογική κρίση του πλανήτη και των ανθρωπίνων κοινωνιών δεν είναι ένα εφιαλτικό σενάριο για το μέλλον αλλά μια οδυνηρή πραγματικότητα. Ο κόσμος του Οργουελ επιβεβαιώθηκε. Ο κόσμος του Χάξλεϊ είναι παρών. Μόνο με αυτογνωσία της ύπαρξής μας και τη συμφιλίωσή μας με αυτόν τον υπέροχο αινιγματικό κόσμο που μας γέννησε μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία μας. Χρειαζόμαστε άλλη ιεράρχηση των αξιών, άλλους κοινωνικούς θεσμούς, άλλη φιλοσοφία. Οσο η κυρίαρχη αξία των κοινωνιών μας παραμένει η κερδοσκοπία, τα βήματα της ανθρώπινης ιστορίας- όπως είπε κάποτε και ο Δαντόν- θα είναι οι ταφόπετρες των ρομαντικών».

- Λέτε ότι η ζωή μετριέται μονάχα με τις συγκινήσεις που επιβεβαιώνουν την ανθρώπινη ουσία μας.Πιστεύετε ότι χάσαμε την ουσία τα τελευταία χρόνια;

«Νομίζω πως ναι. Η σημερινή κοινωνία δείχνει να έχει πέσει σε κώμα. Ο άνθρωπος από μια συμπαντική οντότητα με όνειρα, επιθυμίες, έρωτες και αισθήσεις μετατρέπεται σε ένα αντικείμενο παραγωγής και κατανάλωσης προϊόντων. Εχει χάσει τον προσανατολισμό του, έχει χάσει τις αξίες τού ευ ζην».

- Πώς βιώνετε την κρίση στην Ελλάδα;

«Αισθάνομαι ταπεινωμένος και περιφρονημένος. Νομίζω ότι ξαναζώ την εποχή του Πιουριφόι, τότε που η χώρα μας ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Δεν πίστευα πως θα ζήσω μια νέα υποτέλεια της πατρίδας μου. Λέει ο Πρωθυπουργός ότι ήμασταν ο αδύναμος κρίκος και γι΄ αυτό μας χτύπησε τόσο καίρια ο τοκογλυφικός καπιταλισμός. Γιατί όμως είμαστε ο αδύναμος κρίκος; Είναι ένα ερώτημα στο οποίο οφείλει να απαντήσει το πολιτικό μας σύστημα και άλλοι κοινωνικοί φορείς που υποτίθεται ότι διακονούν τα συμφέροντα του λαού».

- Ωστόσο ο λαός, όλοι εμείς, δεν έχουμε ευθύνη γι΄ αυτό που μας συνέβη;

«Αναμφίβολα ναι. Αυτό όμως δεν είναι το κυρίως πρόβλημα. Οπως και το σύνθημα “φέρτε πίσω τα κλεμμένα”. Είναι σωστό αλλά ταυτόχρονα παραπλανητικό. Διότι το πρόβλημα είναι το σύστημα και οι θεσμοί που καθιερώσαμε. Θεσμοί που παράγουν βία, βαρβαρότητα και ψυχασθένεια, διότι πώς να κατανοήσει κανείς διαφορετικά την αφύσικη ζωή που μας υποχρέωσαν να βιώνουμε. Για να γυρίσουμε στα δικά μας: το εξοργιστικό είναι ότι μας εγκαλούν για έλλειψη πατριωτισμού όσους διαφωνούμε και αντιστεκόμαστε σε αυτά τα κατοχικά μέτρα. Είναι αυτοί που εκλέχθηκαν και ορκίστηκαν- οι περισσότεροι αλλεπάλληλες φορές- να υπερασπισθούν την πατρίδα και τα συμφέροντα του λαού της και μας οδήγησαν σε μια νέα εθνική υποτέλεια. Αιδώς, Αργείοι...».

- Είστε πολύ σκληρός.

«Στα 80 μου χρόνια δεν έχω το δικαίωμα της συγγνωστής πλάνης ούτε καμία δέσμευση για να μη λέω αυτό που σκέφτομαι και πιστεύω. Είναι τουλάχιστον ανόητο να υποστηρίζει κανείς ότι μια χώρα οικονομικά υποδουλωμένη μπορεί να είναι εθνικά και πολιτικά ελεύθερη και ανεξάρτητη. Ισως αυτή η νέα υποτέλεια γεννήσει μια νέα εθνική αντίσταση». 

- Εθνική αντίσταση; Με ποια μορφή και πότε;

«Οταν ο λαός βγει επιτέλους από τις κομματικές μάντρες. Τι όραμα θα έχει αυτή η αντίσταση; Τι μορφές θα πάρει; Δεν ξέρω. Εγώ είμαι ήδη παρελθόν και δυσκολεύομαι ήδη να κατανοήσω το παρόν. Ελπίζω οι μορφές που θα πάρει να μην είναι βίαιες και εξουσιαστικές. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως η βία και η εξουσία πρόδωσαν τα ωραιότερα όνειρα των επαναστατών».

- Πιστεύετε ότι υπάρχει ανάγκη τιμωρίας των ενόχων που μας οδήγησαν εδώ;

«Δεν πιστεύω στην καταστολή. Πιστεύω στην πρόληψη. Δυστυχώς όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες στην εποχή μας έχουν εγκαταλείψει την πρόληψη, την αναζήτηση και αντιμετώπιση των αιτίων που γεννούν τα κοινωνικά φαινόμενα και επαφίενταιστην καταστολή σε ολόκληρο το φάσμα του κοινωνικού γίγνεσθαι».

- Είστε ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας της Αριστεράς στην Ελλάδα τον αιώνα που πέρασε. Αναγνωρίζετε κάποιο «ιστορικό λάθος» στη διαδρομή της από το 1974 ως σήμερα;

«Κατ΄ αρχάς θέλω να σου πω ότι η διαδρομή μου στην Αριστερά ήταν, παρά τις αντιξοότητες, από τις πιο ευτυχισμένες και πλούσιες περιόδους της ζωής μου. Είχαμε όνειρο, είχαμε όραμα, είχαμε μύθους και ψευδαισθήσεις. Η Αριστερά είχε βαθιές ρίζες μέσα στην ελληνική κοινωνία. Παρ΄ ότι ηττήθηκε στρατιωτικά, γρήγορα ξαναγεννήθηκε και στις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60 ήταν ο μόνος παραγωγός πολιτισμού στη χώρα μας. Η Αριστερά ήταν επαναστατική, όχι με τη συνωμοτική έννοια αλλά με τον πολιτισμό της, μια πορεία που ήρθε να διακόψει η δικτατορία. Ούτε όμως η χούντα τη νίκησε. Η Αριστερά ηττήθηκε στη Μεταπολίτευση. Διασπασμένη για άλλη μία φορά πολεμούσε με τα “ευαγγέλια” προσπαθώντας να στρατολογήσει η κάθε πλευρά με το μέρος της περισσότερους κομμουνιστές. Να τους κάνει τι, αλήθεια; Να τους βάλει στο μπαούλο; Δεν αντιλήφθηκε τη νέα εποχή στην οποία εισερχόταν η ελληνική κοινωνία, τις προσδοκίες και τα προβλήματά της. Ετσι ήρθε το ΠαΣοΚ, πήρε όλο το πακέτο των συνθημάτων και των αιτημάτων της Αριστεράς και το απαξίωσε. Εκτοτε η Αριστερά ψάχνει την προίκα της σε λάθος μέρος. Σήμερα ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει Αριστερά. Αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι Αριστερά δεν παράγει τίποτα, ούτε καν πολιτικό πολιτισμό».

- Τι εντύπωση σας προκάλεσε η νέα διάσπαση του Συνασπισμού;

«Επιβεβαιώνει αυτό που είπαμε προηγουμένως. Είναι ένα πείραμα που χρόνια τώρα παλεύει χωρίς να κατορθώνει να συνθέσει απόψεις. Οι διασπάσεις και οι επαναδιασπάσεις αυτού του χώρου μου φέρνουν στο μυαλό την επίδραση που έχει η ουρά της αθερίνας στον τρικυμισμένο ωκεανό».

- Αρα τι προτείνετε;

«Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη και συμπεριφορά. Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι μια “πίστη” σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις, να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα. Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής. Είναι ένας δρόμος επαναπροσέγγισης του κόσμου που μας περιβάλλει, ένας δρόμος στην αναζήτηση της χαράς αντί της αγωνίας. Εχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας».

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Ο Ηλίας Κατσούλης για "Τα Τιμαλφή" του Νίκου Ανδρουλάκη






"ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ: αυτά που έχουν μεγάλη αξία, τα βαρύτιμα - τα κοσμήματα, τα χρυσαφικά. Έτσι ερμηνεύει το λεξικό τη λέξη που έδωσε τον τίτλο σ' αυτό τον δίσκο, τον τρίτο του Νίκου Ανδρουλάκη. Προεκτείνω τη σημασία του λοιπόν. Τιμαλφή είναι και τα πολύτιμα τραγούδια που τα φυλάμε στα συρτάρια της μνήμης και της καρδιάς (και σε μια πιο σημερινή γλώσσα, στη "θυρίδα" της ζωής μας). Τα πιο πολλά (εννέα τον αριθμό) προέρχονται από την Κρητική μουσική παράδοση. Λόγια και μουσικές του Φουσταλιέρη, του Τούντα, του Μπαξεβάνη, του Μουντάκη, του Σκορδαλού, του Μανιά, του Μαρκογιαννάκη που καθαγίασαν με τις φωνές τους και τη δεξιοτεχνία τους. Φαντάζομαι το δέος ενός τραγουδιστή μπροστά σ' αυτό το υλικό.

Όμως και η εσωτερική ανάγκη να τα εκφράσει με το δικό του αίσθημα φωνής και ψυχής, είναι μεγάλη. Δύσκολα μπορεί ν' αντισταθεί και να σκεφτεί την αναπόφευκτη σύγκριση. Προέχει το μεράκι των τραγουδιών, ο αέρας της μουσικής που μέσα του "σηκώνει" πανιά και θέλει να βγει και να κάψει τα χείλη.
Κι' ύστερα έρχεται το δικό μου τόλμημα (μπορεί να το πουν και θράσος μερικοί). Να γράψω κάποιους στίχους κοντά στο ύφος αυτών των τραγουδιών, αλλά και στο νεότερο, πιο λαϊκό ως άκουσμα (γιατί οι στίχοι εκείνων των τραγουδιών είναι ανυπέρβλητης ποιητικής αξίας).
Στάθηκα και τυχερός αφού τους μελοποίησαν Κρητικοί λυράρηδες της παλιάς και της εντελώς νέας σκηνής (Γιώργος Καλομοίρης, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Μανώλης Ανδρουλάκης, Μιχάλης Αλεφαντινός, Νίκος Καραβιράκης). Είναι τιμή μου να βλέπω τ' όνομά μου ανάμεσα σ' ενός Φουσταλιέρη, κι ενός Μουντάκη ή Σκορδαλού. Αν το αξίζω και στο ελάχιστο, ο χρόνος - ο πιο αυστηρός και αμείλικτος κριτής - θα δείξει.
Και είναι - τέλος - προς τιμήν του Νίκου Ανδρουλάκη που δεν έκανε ένα δίσκο της τρέχουσας εμπορικής αντίληψης, αλλά ένα δίσκο με "ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ" σα να 'θελε να πει: "Αυτά είναι δική μου προίκα, η περιουσία μου. Η 'θυρίδα' της ψυχής μου είναι ανοιχτή. Τα τιμαλφή αυτά δεν ανήκουν ούτε σε μένα, ούτε σε κανέναν χωριστά. Ανήκουν σε όλους".

Ηλίας Κατσούλης
Φθινόπωρο του 2000

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Στα χειμωνιάτικα νυχτέρια



Το τραγούδι "Στα χειμωνιάτικα νυχτέρια" το θυμήθηκα χτες βλέποντας την Καθημερινή να προσφέρει το "Θεσσαλικό Κύκλο" του Γιάννη Μαρκόπουλου. Ποιος θα το 'λεγε μερικά χρόνια πριν ότι κάποιοι δίσκοι κυνηγημένοι, δίσκοι αναφοράς για τον πολιτισμό των εκμεταλλευόμενων τάξεων - και τα τραγούδια της φωτιάς που αυτοί περιείχαν - θα δίνονταν μαζί με την Καθημερινή, μαζί με τον Μπαμπη Παπαδημητρίου, τον Αλέξη Παπαχελά και τον Πάσχο Μανδραβέλη. Ποιος θα το 'λεγε; Ίσως οι ίδιοι οι δημιουργοί που έκαναν τα πάντα για να εκπληρώσουν το όνειρό τους: να ενταχθούν σε ένα έθνικό σύστημα παραγωγής και διαχείρισης πολιτισμού. Τα κατάφεραν!

Αλλά και η κακομοίρα η αστική τάξη στην Ελλάδα, δεν κατάφερε ποτέ να φτιάξει το δικό της πολιτισμό, μια λυρική σκηνή π.χ., μια βιβλιοθήκη έστω! Μέχρι και το Μέγαρό της έπρεπε να είναι κρατικοδίαιτο. Έτσι, λοιπόν, όταν οι παρασιτο-αστοί δεν ακούνε Ρουβά στο Γκστάαντ και Αντώνη Ρέμο στην Ιερά Οδό, βάζουν στο πικ-απ έναν Μαρκόπουλο και έναν Βίρβο, φορούν την προβιά του λαϊκού και του εθνικού, και τραβάνε την ανηφόρα. Τι να κάνουν οι άνθρωποι; Έχουν ή είχαν κάτι άλλο να επιδείξουν; Τι τραγωδία και τι ειρωνεία ταυτόχρονα... Η αστική τάξη στην Ελλάδα αποκτά επιτέλους, εν έτει 2011, διακόσια χρόνια μετά τη βιομηχανική επανάσταση, τον δικό της πολιτισμό!
Και πού απευθύνεται για να τον βρει; Στην αντίπερα όχθη, στα λόγια και τα χρόνια του πολιτικού τραγουδιού, στους αγώνες των τέως ταξικών αντιπάλων και νυν υπηκόων της. Στην ανάγκη, και ο "Θεσσαλικός κύκλος" μια χαρά μας κάθεται, εξάλλου κριτική στη φεουδαρχική εποχή κάνει, στους πασάδες και τους τσιφλικάδες, γιατί να ενοχλεί τους τωρινούς τραπεζίτες; Πάνω στο πτώμα του λαϊκού πολιτισμού κάνουν πάρτυ κοριοί και ψείρες, κοσμικές κυρίες που χορεύουν πάνω στο Αβέρωφ και σοβαροί γραβατωμένοι κύριοι που πίνουν καφέ και μπυρίτσες με τον Μπέο και τον Ψωμιάδη. Κάνουν πάρτυ, και μας εύχονται καλή διασκέδαση!

Από τον "Θεσσαλικό κύκλο" λοιπόν, ένα τραγούδι που δεν ακούστηκε καθόλου, τα "χειμωνιάτικα νυχτέρια" με τη θαυμαστή φωνή της Λιζέττας Νικολάου, σε στίχους Κώστα Βίρβου και μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Σε κάποιους ίσως το τραγούδι ακουστεί σαν ένα αδιάφορο φολκλόρ. Σε άλλους, ίσως θυμίσει την αλφαβήτα μιας γλώσσας, μιας γης και μιας τρυφερότητας που έχει περάσει ανεπιστρεπτί, μέσα στην αρρώστεια της πόλης. Όπως και να 'χει, η Τασούλα και η Μαρούλα γεννήσαν τους μπαμπάδες και τις μαμάδες μας, μας έπλεξαν προικιά και μας διαβάσαν παραμύθια. Να τις θυμόμαστε και να τις τραγουδάμε με αγάπη.
ηρ.οικ.
ΥΓ: Το σαντούρι του Αριστείδη Μόσχου, το σαντούρι...
-----

 
ΣΤΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΝΥΧΤΕΡΙΑ
Στα χειμωνιάτικα νυχτέρια
που τα φωτίζουν αγιοκέρια
οι χρυσοχέρες ετοιμάζουν τα προικιά
οι χρυσοχέρες ετοιμάζουν τα προικιά.

Στα λανάρια η Μαρούλα
γνέθει ρόκα η Τασούλα
κι η Ροδιά με τη σαΐτα που υφαίνει
την καρδούλα σου την έχει λαβωμένη.

Δεν κατοικούνε σε παλάτι
το βράδυ πάλι στο χαγιάτι
του αργαλειού να τραγουδήσουν το σκοπό
του αργαλειού να τραγουδήσουν το σκοπό
Στα λανάρια η Μαρούλα
γνέθει ρόκα η Τασούλα
κι η Ροδιά με τη σαΐτα που υφαίνει
την καρδούλα σου την έχει λαβωμένη.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Χρόνια σαν τριαντάφυλλα




Για την τραγουδομηχανή που ακούει στο όνομα Σταμάτης Κραουνάκης, και για τον μαέστρο λέξεων και εικόνων κύριο Μάνο Ελευθερίου, ο λόγος. "Χρόνια σαν τριαντάφυλλά", το ακούσαμε πρόσφατα από τον Δημήτρη Μητροπάνο, αλλά το αγαπήσαμε με τη φωνή του ίδιου του Κραουνάκη και της Δάφνης Λέμπερου (η ερμηνεία της οποίας μπορεί να ακουστεί και ως ορισμός του τι σημαίνει "δεύτερη φωνή"). Και μην ξεχνάτε: όταν όλες οι απόψεις και οι κριτικές θα έχουν ξεχαστεί, όταν τα κουτσομπολιά θα έχουν γίνει τροφή για τα ποντίκια, όταν όλοι οι σχολιαστές και οι παντογνώστες θα έχουμε γίνει σκόνη και άνεμος, τα τραγούδια αυτά θα μένουν, θα είναι εδώ. Δεν ζητάμε κάτι λιγότερο... αλλά γιατί πρέπει σώνει και καλά να ζητάμε και κάτι περισσότερο από τους δημιουργούς τέτοιων θαυμάτων;
ηρ.οικ.



ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΝ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κραουνάκης - Δάφνη Λέμπερου


Χρόνια σαν τριαντάφυλλα ξερά μες στα βιβλία,
τα δένδρα που ήταν άνθρωποι έχουν μαρμαρωθεί
χιόνι παλιό και μάλαμα, σαν ακριβή φιλία
κορίτσια που γεννήθηκαν κρατώντας το σπαθί
Άρχισες πάλι ανέκδοτα, τα επαρχιακά σου,
φόρεσες όλα τα βουνά και τα μεταξωτά
τη νύχτα που χεις μέσα σου, τη λες με το όνομά σου
πίνεις το τσάι σου καυτό με δυο ζαχαρωτά
Χρόνια πολλά, απ το '20, είν η λιθογραφία
σερβίρονται τα παγωτά, καφέδες αχνιστοί
παραθαλάσσιος καφενές σε κάποια επαρχία
εκεί που ζούνε οι άνθρωποι μόνο γονατιστοί.
Άρχισες πάλι ανέκδοτα, τα επαρχιακά σου,
φόρεσες όλα τα βουνά και τα μεταξωτά
τη νύχτα που χεις μέσα σου, τη λες με το όνομά σου
πίνεις το τσάι σου καυτό με δυο ζαχαρωτά

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Ο Χρήστος Λεοντής για το "Πρωινό άστρο" του Γιάννη Ρίτσου




Ο Ρίτσος αποτέλεσε για μένα, αλλά και για ολόκληρη τη γενιά μου, τον φωτοδότη ήλιο, που η ποίησή του τροφοδότησε με το φως της, τον στοχασμό της, τον αγώνα, την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη, την ευαισθησία και την τρυφερότητα, όλους εμάς, ή εν πάσει περιπτώσει, όσους από εμάς, θέλαμε και πιστεύαμε στην αλλαγή του κόσμου με άλλα χαρακτηριστικά. Την ποίησή του θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει κανείς σαν «ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα!» όπως λέει ο ίδιος στο ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ.

Όσο ο χρόνος κυλάει, όλο και περισσότερο αναδεικνύονται και αναβλύζουν οι αρετές αυτές που σήμερα ιδιαίτερα τείνουν να καταβαραθρωθούν…

Το ΠΡΩΙΝΟ ΑΣΤΡΟ είχε τραβήξει την προσοχή μου πολλά χρόνια πριν. Με την ευκαιρία των 100 χρόνων από την γέννηση του ποιητή (1909) ήρθε η στιγμή και της δικής μου συνεισφοράς σ’ αυτή την επέτειο, που αποτελεί και την πιο πρόσφατη συνθετική εργασία μου.

Ο ποιητής εδώ μέσα από το φίλτρο του νέου πατέρα περνάει όλη την τρυφερότητα και την πληρότητα, τη χαρά και την ελπίδα του κάθε καινούριου που γεννιέται, που έρχεται να αναζωογονήσει και να συμπληρώσει το παλιό μέσα από την αγάπη και την ανθρωπιά που εδώ τις αισθάνεται κανείς σε όλο τους το μεγαλείο.

«Που γύριζες κοριτσάκι πριν έρθεις
εκεί που σμίγει η αγάπη της μητέρας και του πατέρα…»

και παρακάτω:

«Που γύριζες κοριτσάκι πριν έρθεις
εκεί που σμίγει η αγάπη των ανθρώπων είν’ η πατρίδα σου…»

Ο Ρίτσος μέσα από το ΠΡΩΙΝΟ ΑΣΤΡΟ εκφράζεται σαν ένας σύγχρονος Διόνυσος που φτάνει μέχρι και στον παραλογισμό.

«Ήθελα κάτι να σου πω, ξέχασα και σένα, ξέχασα και μένα».

Φαντάζεται κανείς την εικόνα ενός ανθρώπου που χορεύει ξέφρενα κάτω από τον καυτό μεσημεριανό ήλιο, κατακόκκινος, ξεμαλλιασμένος και έμπλεος από εκείνη τη μελαγχολία της χαράς και της αγωνίας παράλληλα για τον κόσμο που θα υποδεχτεί αυτή την καινούρια ζωή, την καινούρια ύπαρξη.

Την ίδια στιγμή όμως δείχνει και την πορεία της καινούριας ζωής.

«Γιατί δεν είναι κοριτσάκι να μάθεις μόνο εκείνο που είσαι
εκείνο που έχεις γίνει
είναι να γίνεις ό,τι ζητάει η ευτυχία του κόσμου…
Άλλη χαρά δεν είναι πιο μεγάλη απ’ τη χαρά που δίνεις…»

Μεγάλη τύχη για ένα λαό που από τα σπλάχνα του γεννιούνται τέτοιοι ποιητές. Και ο Ελληνικός λαός έχει πολλούς! Άπειρους… Αυτούς χρειάζεται ΤΩΡΑ.

Αθήνα, 16 Ιουνίου 2011
ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΟΝΤΗΣ

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Το μελό ως editorial




Με ανησυχία βλέπω τώρα καλοκαιριάτικα να επεκτείνεται σε editorials και μόνιμες στήλες Μέσων - μουσικών και μη, lifestyle και μη - ένας τρόπος γραφής που πρώτος ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος και η Lifo (συγχωρέστε με αν κάνω λάθος ως προς αυτό) εισήγαγαν στην ελληνική δημοσιογραφία: πολύ και δακρύβρεχτο μελό, πολύς ρομαντισμός, υπερχείλιση συναισθήματος, μία γερή δόση αυτο-αναφορικότητας και μία επίκληση του "εμείς" ρηχή, ψεύτικη, που καθώς ξεθωριάζει αφήνει χώρο για να έρθει στην επιφάνεια το πομπώδες και υπερφίαλο "εγώ".

Η μορφή αυτής της γραφής είναι χαρακτηριστική της εποχής της. Και σε μία εποχή διάσπασης του νοήματος και μεταμοντέρνου θρυμματισμού της ενότητας, ακολουθεί κατά πόδας και η γραφή: αποσπασματική, κοφτή, 2-3 λέξεις και τελεία, μετά ξανά άλλες 2-3 λέξεις, ξανά τελεία, η αγωνία μεγαλώνει, μαζί και η ένταση, το ρομάντζο, η κινηματογραφική μουσική που παίζει στο μυαλό του γραφέα.

Μουσική, είπατε; Στο μυαλό, βεβαίως, η μουσική που παίζει πίσω από το κείμενο είναι υποβλητική, λυρική και αισθαντική. Κι όμως, οι λέξεις αποπνέουν νότες σούπερ-μάρκετ. Easy listening, αρκετά βαρετή για να ψωνίσες και να καταναλώσεις ανενόχλητος, αλλά όχι αρκετά βαρετή για να σε πάρει ο ύπνος πάνω στο καρότσι του καρφούρ - περιοδικού. Και όπως και η μουσική σούπερ-μάρκετ τύπου Yanni φιγουράρει την ευφυία της σε κάθε μέτρο, έτσι κι εδώ όλα πρέπει να είναι γραμμένα έτσι ώστε να φανερώνεται η ευφυία του εμπνευστή. Μαθημένοι από το facebook και το twitter, οι γραφείς νοιώθουν αναγκασμένοι να κερδίσουν τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή, οδηγούμενοι έτσι σε μία γραφή εντυπωσιασμού και όχι ανάλυσης. Καθιερώνεται η γραφή - εξυπνάδα, πάνω στον τάφο του δοκιμιακού λόγου. Καθιερώνονται οι τρεις τελίτσες.
Και για να πείσει για τις έξυπνες προθέσεις της, η γραφή αυτή θεωρεί ως δεδομένο ότι είναι πολιτική. Δεν χρειάζεται να αποδείξει την πολιτική της διάσταση, παρά μόνο να την επικαλεστεί. Ξέρουν οι γραφείς ότι λίγο πολιτικό πασπάλισμα κάνει καλό, ότι ο πολιτικός λόγος είναι τίτλος τιμής, αλλά δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να μπουν στην πολιτική και οικονομική ουσία των πραγμάτων, γιατί κάτι τέτοιο θα συνιστούσε επαναστατική πράξη και μια τέτοια πράξη θα έθετε εν αμφιβόλω την επαγγελματική τους πορεία. Μένουν λοιπόν στο πασπάλισμα, μισο-αριστερή ρητορεία, μισο-φιλελεύθερα καλαμπουράκια, με κριτήριο συνήθως το που πάει το κύμα και το τι απαιτεί το καθεστώς και η ανάγκη νομιμοποίησής του. Μπορείς να λες ό,τι θες, αρκεί να επικαλείσαι τον "κοινό νου". Δεν χρειάζεται ο αναγνώστης να ψάξει την αλήθεια, η αλήθεια κάνει μπαμ, αρκεί να είσαι λογικός, πράος και ώριμος. Τι κι αν αυτοί που υμνούσαν τον εκσυγχρονισμό, την πρώτη ταχύτητα της Ευρώπης και τους λαμπρούς έλληνες επιχειρηματίες είναι οι ίδιοι που μας καλούν να βγούμε στις πλατείες - ειρηνικά, πάντα, κατά μόνας και ακομμάτιστα - ; Ελάτε τώρα, λεπτομέρειες. Πολιτικοί, πρέπει να φαινόμαστε πολιτικοί, ώστε να μπορούμε να εγγυόμαστε την απολιτικότητα.
Αυτή η γραφή τα κάνει όλα και συμφέρει. Δεν σκέφτεται μόνο για σένα, αλλά νοιώθει κιόλας. Αντιδρά στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, και σε καθοδηγεί για το πώς πρέπει να αντιδράς κι εσύ. Συνήθως βρίσκεις μέσα της μπόλικη προστακτική: "χαμογελάστε", "τολμήστε", "γευτείτε". Να και η μεγαλύτερη αντίφαση: μιλάμε για μελό, πολύ μελό, αλλά ένα μελό που στόχο έχει να χαμογελάσεις και όχι να κλάψεις, να πεις δηλαδή: "καλά είμαστε κι έτσι". Δακρύβρεχτη η γραφή, αλλά επιτάσσει "όχι πια δάκρυα". Ο γραφέας είναι ο κήρυκας της χαράς και της αισιοδοξίας, πάντα σκεπτόμενης βέβαια, πάντα με μία άνω τελεία. Κόντρα στη μιζέρια των καιρών, εσύ αναγνώστη πρέπει να χαμογελάς, να τολμάς και να γεύεσαι. Κοντολογίς, πρέπει να ζεις. "Να ζω; Μα, ζω ήδη" θα πείτε. Κι όμως, ζεις-δε ζεις, η γραφή αυτή απευθύνεται σε σένα ωσάν να είσαι πεθαμένος, ωσάν να απαιτείται η ανάστασή σου εδώ και τώρα. Ο γραφέας δεν είναι απλώς τέτοιος, αλλά και ναυαγοσώστης, και γιατρός, και νεκρανάστης μαζί.
Τι άλλο συναντά κανείς, ή μάλλον δεν συναντά στα μελό των editorials; Καθόλου χιούμορ, καθόλου συγκεκριμένες λέξεις και έννοιες, απουσία σύνθεσης, απουσία αυτοσαρκασμού, απουσία μέτρου. Όλα είναι σοβαρά, όλες οι λέξεις που ψελίζει ο ποιητής είναι λες και προέρχονται από το στόμα του πρώτου ανθρώπου που πάτησε το πόδι του στη γη μετά τους δεινόσαυρους και τον αυστραλοπίθηκο, όλες οι λέξεις είναι λες και από αυτές εξαρτάται η επιβίωση ή μη του κόσμου. Η γραφή αυτή είναι μια συνεχής και συνάμα παράταιρη έμφαση, σαν τον μόνιμα μοιραίο τονισμό του Αλκίνοου Ιωαννίδη στα τραγούδια Αλ-Χαλίλι. Το χειρότερο; Όλο αυτό το πομπώδες οι γραφείς το πιστεύουν ως αυτο-εικόνα. Ο ρόλος έχει γίνει ο άλλος τους εαυτός.
Ο λόγος των δέκα μικρών Τσαγκαρουσιάνων δεν περιγράφει ούτε αναλύει γεγονότα, είναι το ίδιο ΤΟ γεγονός. Δεν χρειάζονται επιχειρήματα ή ερμηνείες. Αρκεί η απλή αναφορά. Όλα καθαγιάζονται μέσω της επισήμανσης. Όλα, κυριολεκτικά, από το νησάκι της άγονης γραμμής (φέτος δεν έχει Μύκονο) ως το καινούργιο ποδήλατο (το τζιπ είναι στο γκαράζ) ή το σκάφος. Εσύ καλείσαι απλώς να γνέψεις τρυφερά και συγκαταβατικά το κεφάλι σου, να γίνεις νοητά κοινωνός μιας εμπειρίας που δεν γίνεται να μην έχεις ζήσει και, αν δεν την έχεις ζήσει κακομοίρη μου, τουλάχιστον δεν γίνεται να μην την έχεις φανταστεί.
Κι όμως, παρά τη σοβαροφάνειά της, το κυριότερο πρόβλημα με αυτήν τη γραφή είναι ο παλιμπαιδισμός της. Όταν οι δέκα μικροί Τσαγκαρουσιάνοι μας ενημερώνουν για το πόσο ωραία πέρασαν ή θα περάσουν στις διακοπές τους, όταν μας αραδιάζουν καταλόγους με τις αγαπημένες ταινίες ή τους μεγάλους τους δασκάλους, όταν φαντασιώνονται τον εαυτό τους να περπατά σκυφτός στις λαγκαδιές ως νέος Σοπενάουερ, όταν μας συμβουλεύουν πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε το καλοκαίρι και αν πρέπει να χαμογελάμε ή να κλαίμε στο άκουσμά του, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επιβεβαιώνουν ψυχαναλυτικά την παρατεταμένη εφηβεία τους, την αβίωτη ζωή τους. Συνήθως, η γραφή αυτή γεννιέται μέσα σε αυταρχικά περιβάλλοντα, τα οποία δεν επέτρεψαν στους κτήτορές της να γίνουν αποδεκτοί και να αγαπήσουν τον εαυτό τους, όντας πάντα υπό τη σκιά του πατέρα-αφέντη. Έτσι, όπως γράφαμε παλιά στα ημερολόγιά μας πόσο ωραία είχαμε περάσει στη διήμερη περιβαλλοντική εκδρομή, όπως κάναμε λίστες των κοριτσιών που είχαμε φιλήσει, έτσι πλέον τα editorials γίνονται ανυπόφορα εφηβικά ημερολόγια όπου μπαίνουν σε σειρά φιλημένα κορίτσια και αγόρια, ψαγμένοι προορισμοί διακοπών και μονίμως ερημικές παραλίες - τι στο καλό, μόνο εγώ κάνω μπάνιο με άλλους εκατό μέσα στη χαβούζα; Ο γραφέας είναι ένας ανεπανάληπτος πομπός συναισθημάτων και ένας μοναδικός συλλέκτης στιγμών. Κι εσύ αναγνώστη μου, κοίτα να του μοιάσεις.
ηρ.οικ.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

Η συνέντευξη του Μανώλη Ρασούλη στον Αλέξη Βάκη






ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ:

«Η πολιτιστική Ελλάδα έχει αυτοκαταργηθεί»


Συνέντευξη στον Αλέξη Βάκη
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ, Ιούνιος 2006)


Είναι ο σημαντικότερος Έλληνας στιχουργός της τελευταίας τριακονταετίας. Με λόγο αιχμηρό και επώδυνο, που δεν κολακεύει τα αυτιά των ακροατών του. Συν τοις άλλοις, ουδέποτε έκρυψε τον ομφάλιο λώρο που τον συνδέει από έφηβο με την Αριστερά. Πρόκειται για έναν άνθρωπο έλλογο, αλλά και βαθιά συναισθηματικό. Εδώ και αρκετά χρόνια με τιμά με τη φιλία του. Βρεθήκαμε στη συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε η Επιτροπή για τη διάσωση και αξιοποίηση του εργοστασίου της Columbia. Και συμφωνήσαμε να έρθει στον Ρ/Σ Κόκκινο 105,5 για να μιλήσουμε εφ’ όλης της ύλης. Πράγμα το οποίο και έγινε δυο μέρες μετά, το Σάββατο 20 Μαΐου. Όπου και αποφασίσαμε, με τη σύμφωνη γνώμη της διεύθυνσης του σταθμού, να απομαγνητοφωνήσουμε ένα μεγάλο τμήμα της συνέντευξης και να το δώσουμε για δημοσίευση στην Εποχή, της οποίας είμαστε και οι δυο αναγνώστες:
Α. Β.

Μανώλη, τι ακριβώς συντελείται όταν οι μπουλντόζες της ΜΑΡΜΙΝ (Τεχνική Κατασκευαστική Τουριστική Κτηματική Α.Ε., εκπροσωπούμενη από τον κύριο Σαμουήλ Μάτσα) μπαίνουν στο εργοστάσιο της Columbia;

Το τραγούδι υπάρχει εδώ και εκατομμύρια χρόνια, από τότε που πρωτοκραύγασε ο άνθρωπος. Όταν είδε το φεγγάρι, όταν είδε τον εαυτό του στο νερό κλπ. Κάτι ήθελε να πει, οπότε άρχισε τους βρυχηθμούς με έναν ρυθμικό τρόπο. Πολύ αργότερα, χιλιάδες χρόνια μετά, ήρθε η δισκογραφία. Στην Ελλάδα ήρθε μόλις το 1930. Ο κύριος Μάτσας και οι συν αυτώ θέλανε να μας αποδείξουν τελευταία ότι το τραγούδι υπάρχει μόνον επειδή υπάρχει η δισκογραφία. Αλλά και ότι το τραγούδι, για να το εγκλωβίσουνε μέσα σ’ αυτό το σχήμα, είναι απλώς μια ευτελής ανταλλακτική αξία, που έχει μια ωφελιμότητα. Όπως είναι το πλαστικό ποτηράκι που πίνουμε νερό. Η ουσία όμως δεν είναι το πλαστικό ποτηράκι, είναι το νερό. Διότι χωρίς νερό γκαγκαρώνουμε. Ευτελίζεις λοιπόν το τραγούδι και το θεωρείς μόνο μια ανταλλακτική αξία, δηλαδή ίσον με τη γραβάτα. Αλλά γραβάτα φέρνεις από το Μιλάνο, φέρνεις από την Ταϊβάν, απ’ όπου θες. Το ελληνικό τραγούδι φύεται εδώ πέρα, μέσα στην ποιότητα της έντασης με την οποία μιλάμε και επικοινωνούμε. Εκεί παράγεται, όχι στα θερμοκήπια των ιδιωτικών καναλιών: εκεί που συγχρωτίζονται οι άνθρωποι και κοιτάζονται στα μάτια. Το τραγούδι, μέσα στις σύγχρονες συνθήκες, έχει και εθνική αξία, και ψυχική διάσταση, και ανταλλακτική αξία. Που σημαίνει πως όταν η «ελεύθερη» αγορά, που είναι υπό την αιγίδα του κυρίου Μάτσα, με τον οποίο με χωρίζει βαθύ ταξικό μίσος, λειτουργεί έτσι ώστε να μην μπορείς π.χ. να βρεις δεκάδες δίσκους, ανάμεσα στους οποίους και αρκετούς δικούς μου, δεν είναι ότι έχω προσωπικό θέμα, που προσπαθώ να το βγάλω. Έχω ένα σύνθετο σκεπτικό που το έχω εκθέσει αρκετές φορές. Βλέπεις ότι ακόμα και η Αριστερά, η οποία έπρεπε να πάρει την πρωτοβουλία εδώ και είκοσι χρόνια, συνετέλεσε στο γίγνεσθαι που κατέληξε στην καταστροφή. Δεν ήρθε ποτέ, ας πούμε, η Αυγή η ο Ριζοσπάστης να μου πουν έλα εδώ, τι φωνάζεις; Γιατί τα βάζεις με τον Μάτσα; Ο οποίος είναι ένας καλός άνθρωπος, καπιταλιστής μεν αλλά νοικοκύρης, ενώ εσύ είσαι, ξέρω ‘γώ, ένας χουλιγκάνος, ένας πειρατής του πνεύματος. Δεν ήρθασι. Θα ήθελα λοιπόν να βάλω το ερωτηματικό τώρα. Να μην λέμε μόνο στις δώδεκα παρά ένα δευτερόλεπτο ότι πέσανε οι τοίχοι, ήρθαν οι μπουλντόζες και διάφορα τέτοια ρητορικά. Διότι βλέπανε στο Κολοσσαίο τα λιοντάρια να τρώνε τους χριστιανούς και αυτοί κοιτάζανε πέρα στους πέρα κάμπους. Εγώ και πολλάκις φυλακίστηκα και απόπειρα στραγγαλισμού είχα. Αλλά έβλεπα μέσα στα δικαστήρια ότι στελέχη της Αριστεράς ήτανε με τους εχθρούς και όχι με μένα. Έκανα και μια κριτική στην Αριστερά, του στυλ γιατί βρε παιδιά μουμιοποιηθήκατε τόσο πολύ; Και δεν έχουν το σθένος να κάτσουμε στο τραπέζι και να πούμε τι συμβαίνει στην εποχή μας. Καμιά φορά η Εποχή την Κυριακή βάζει ένα νηφάλιο αρθρίδιο, ότι ναι, υπάρχει έλλειμμα πολιτικό στην Αριστερά. Και τρέχα-γύρευε, γιατί αυτά τα περί ελλείμματος στην Αριστερά είναι φρασεολογίες του ΠΑΣΟΚ που τις φέραμε από την Αγγλοσαξονία, για να μην καταλαβαίνεις ακριβώς περί τίνος πρόκειται.

Εγώ πάλι θυμάμαι από τα παλιότερα χρόνια ότι η Αριστερά βρίσκεται μονίμως «σε κρίση».

Η κρίση μπορεί να είναι καλή, γιατί μπορείς να την καθοδηγήσεις και να βγεις από ‘κει πιο δυνατός και να έχεις καταλάβει κάποια πράγματα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού δηλαδή. Αυτό που έχουμε σήμερα, που βιώνουμε, είναι μια βαθιά κρίση, βαθύτατη. Θέλω να υπενθυμίσω ότι συζητάμε για το πιο επίμαχο και ζόρικο πολιτισμικό θέμα της χώρας. Είπα και τις προάλλες στη συνέντευξη της Επιτροπής για την Columbia ότι αν ο Μάτσας κάνει αυτό που θέλει να κάνει και η Άννα Βίσση πάρει το πρώτο βραβείο στην Eurovision, το ελληνικό τραγούδι έχει τελειώσει και η χώρα έχει αυτοκαταργηθεί. Δεν υπάρχει εθνική επικράτεια και εθνική οντότητα στην Ελλάδα. Είναι ένα περίγραμμα χώρας, στο οποίο έρχονται οι ντιρεκτίβες από αλλού, και δεν κάνω τώρα ούτε αντιαμερικανισμό, ούτε κάτι τέτοιο. Θέλω απλώς να πω πως, αν πράγματι καταργείται, να το συζητήσουμε και να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα.

Θα ήθελα τη γνώμη σου σχετικά με την πολιτική διάσταση του γκρεμίσματος της Columbia.

Όταν ήταν υπουργός Πολιτισμού ο Ευάγγελος Βενιζέλος, μιλούσε πάντα με θαυμασμό για την οικογένεια Μάτσα. Σαν να είναι μόνο ο Μάτσας που έχει οικογένεια και μόνο αυτός που έχει συμφέροντα. Αλλά και σαν εμείς να μην έχουμε βγει μέσα από οικογένειες, σαν να μην έχουνε πολεμήσει οι πατεράδες μας στην Αλβανία, σαν να μην έχουμε βγει από το μηρό του Δία τέλος πάντων. Δεν είναι βέβαια μόνο ο Μάτσας ο υπεύθυνος όλης αυτής της ιστορίας, είναι ένα ολόκληρο σετ οργανισμών, μηχανισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, που τώρα ζουν το κρεσέντο τους. Αυτοί όλοι, αναφέρομαι στον – δικηγόρο – Νίκο Κωνσταντόπουλο, στο Σεραφείμ Φυντανίδη και στο Λαμπράκη, είναι μία παράγκα, όπως τους λέω εγώ, οι οποίοι θέλουνε, μαζί με το Μάτσα, να ποδηγετήσουνε το ελληνικό τραγούδι. Για πολλούς και διάφορους λόγους: Να γίνουνε παραγωγοί, να παίξουνε παιχνίδια πολιτικά, να παίξουνε παιχνίδια οικονομικά, οτιδήποτε μπορείς να βάλεις με τη φαντασία σου. Αυτό το πράγμα που πάει να γίνει τώρα στην Columbia το έχει δουλέψει και το έχει σμιλέψει χρόνια ο Μάτσας, είναι όραμα ζωής. Τον είχα καταλάβει εγώ, εδώ και είκοσι χρόνια, γι’ αυτό και μ’ έβαλε στη μαύρη λίστα. Δια του Μπενέτου μάλιστα, ενός παραγωγού του, προσκείμενου στο ΚΚΕ. Διότι και ο Αχιλλέας Θεοφίλου ήταν προσκείμενος στο ΚΚΕ και πολλοί ήταν προσκείμενοι στον Συνασπισμό, αλλά και οι τραγουδιστές ήτανε από δω κι από κει στην Κεντροαριστερά. Εγώ ήμουνα η μύγα μεσ’ στο γάλα, που τώρα έρχομαι εδώ, post festum σχεδόν, να ρωτήσω γιατί το κάνατε όλο αυτό το πράγμα; Δεν είμαστε υπέρ των εθνικοποιήσεων; Δηλαδή το ΚΚΕ είναι υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων; Και εξεπλάγην όταν είδα τον Χαλβατζή να βγαίνει προχτές στις ειδήσεις και να στηλιτεύει το κέρδος και αυτούς που θέλουν το κέρδος.

Έχει και τον σουρεαλισμό του πάντως να δηλώνει ο κύριος Μάτσας πως προτίθεται – στο ένα και μοναδικό κτίριο του εργοστασίου που κρίθηκε διατηρητέο – να κάνει ένα ιδιωτικό μουσείο για την Columbia. Μου ακούγεται σαν να θέλει να κάνει ο Κόκκαλης μουσείο για τον Παναθηναϊκό. Γιατί από τα προπολεμικά ήδη χρόνια, η οικογένεια Μάτσα, που είχε την ετικέτα Odeon-Parlophone, ήταν ο ιστορικός αντίπαλος της Columbia-His Master’s Voice. Η συνένωση των δύο εταιρειών, με το κοινό λογότυπο Minos-EMI, έγινε μόλις τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.

Αυτό που θέλει να κάνει ο Μάτσας είναι πολλαπλό. Δεν είναι μόνο ένα προσωπικό φροϋδικό σύνδρομο που έχει απέναντι στον Τάκη Λαμπρόπουλο, ο οποίος κατόρθωσε τη μεγάλη στιγμή του ελληνικού τραγουδιού με την πανδαισία του ’65 και με όλους να είναι εκεί. Ο Χατζιδάκις, ο Τσιτσάνης, ο Θεοδωράκης, ο Καζαντζίδης, οι δημοτικοί, οι ελαφροί, οι πάντες. Ήταν η κορυφαία στιγμή του ελληνικού τραγουδιού, αλλά και του νεοελληνικού πολιτισμού. Διότι τότε παίρναμε το Νόμπελ, παίρναμε το Όσκαρ, στέλναμε το πνεύμα μας. Τώρα στέλνουμε τον πρωκτό μας. Πρέπει να σου πω ότι δεν είμαι ενάντια στα ελαφρά και στα ποπ. Είμαι θαυμαστής και των Μπητλς και της Μαντόνα και του Τομ Τζόουνς και πολλών άλλων, οι οποίοι όμως είναι αυθεντικοί. Και όταν τραγουδάνε και χορεύουνε, δημιουργούν από μία στοιχειώδη αισθητική και πάνω, που την απολαμβάνεις. Βέβαια οι Αμερικάνοι μπορούν να συνδυάσουν το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Δηλαδή κάτι να είναι και ελαφρό, να κάνει και εισπράξεις, να είναι και καλό, να είναι και διεθνές κ.ο.κ. Εμείς τώρα, ως μιμητές, χάσαμε αυτό το οποίο είχαμε, τουλάχιστον αυτό επιδιώξανε οι ιθύνοντες.

Μίλησες για την πανδαισία του ’65. Ήμουνα πολύ μικρός για να τη θυμάμαι με συνείδηση, θυμάμαι όμως πολύ καλά το πάθος στα χρόνια της αγωνιστικής μεταπολίτευσης του ’74- ’80.

Αυτό που βίωσα εγώ το ’65 ήταν ότι η κοινωνία ήτανε σ’ ένα παλμό, δεν ήτανε στον καναπέ ακόμα. Κάναμε τις πορείες ειρήνης, με ένα εκατομμύριο κόσμο. Θυμάμαι ας πούμε τον Χρήστο τον Λεοντή, στο Μαραθώνα, να διευθύνει την Καταχνιά. Θέλω να σου πω δηλαδή πώς γίνεται η μετάλλαξη, από το 1965 στο 2006. Το ’65 έχουμε αξίες, υπάρχει – σχετικά – εθνική οντότητα, έχουμε μια ιερή αυταπάτη ότι η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει και ότι θα την φτιάξουμε, θα την βιομηχανοποιήσουμε κλπ., ως αποκορύφωμα δε της δημιουργικής λογιστικής ήρθε και το σύνθημα «ισχυρή Ελλάδα», όλα αυτά. Μέχρι που φύγαμε από τη φασολάδα, πήγαμε στο σνίτσελ και γίναμε Γιουρόπιανς. Και καλά να γίνουμε Γιουρόπιανς, αλλά να γίνουμε, όχι να είμαστε χωρίς να είμαστε. Την Καταχνιά, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, αν και τραγουδάει ο Καζαντζίδης, δεν μπορείς να την βρεις σήμερα στην αγορά. Βρίσκεις όμως το Βέρτη, το Μπουγά και όλους αυτούς. Διότι ο Μάτσας επεδίωξε αυτό το πράγμα, να καταστρέψει το τότε. Και μιας και μίλησες για τη μεταπολίτευση, θα σου πω ένα στιγμιότυπο: Όταν γράφαμε τα Τραγούδια της Χαρούλας, πηγαίναμε με το Λοΐζο και τα παίζαμε στην επιτροπή της Minos. Όπου επιτροπή ο Μάτσας, η κυρία Μάτσα, ο Θεοφίλου και η Χαρούλα. Ήταν να παίξουμε το Σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί. Εγώ βέβαια δεν γράφω ένα τραγούδι εκτός συγκυρίας και χωρίς να υπάρχει μια βαθύτερη κοινωνική και ψυχολογική αιτία. Τό ‘γραψα τότε, το 1979, γιατί ακόμα η αριστεράντζα ήτανε στα ζόρικα. Ένα τραγούδι το γράφεις όχι για να κονομήσεις, αλλά για να ρίξεις βάλσαμο στην ψυχή των ανθρώπων. Μιλάω δηλαδή για μας, που ζούμε στην ψυχή μας και στην ψυχή των άλλων. Ο Μάτσας ζει στην τσέπη του και στην τσέπη των άλλων, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Πάμε λοιπόν και παίζουμε αυτό το τραγούδι. Και λέει η κυρία Μάτσα, με γλυκό τρόπο, σε στυλ Καλυψώ, προφανώς είχανε συνεννοηθεί με τον Σαμουήλ, «Μάνο, αυτό το τραγούδι έχει μια ωραία μελωδία, δεν αλλάζουμε τους στίχους να το κάνουμε ένα ερωτικό τραγούδι;» Του Μάνου τ’ αυτάκια κοκκινίσανε, του ανέβηκε η πίεση. Και της απάντησε: «Κοιτάξτε μαντάμ, εκτός από ευαίσθητοι, τυχαίνει να είμαστε και αριστεροί!» Και έτσι σώθηκε το τραγούδι. Που το αγαπάνε πολλοί αριστεροί, το αγαπάει και η Παπαρήγα απ’ ότι ξέρω.

Παρεμπιπτόντως, η κυρία Μάτσα με ποια ιδιότητα ήτανε στην επιτροπή;

Ως κυρία του Μάτσα. Ξέρεις, η γυναίκα στο εβραϊλίκι είναι αυτή που καθορίζει. Άμα δεν είσαι από μαμά Εβραία, δεν παίρνεις πασαπόρτι.

Ήχησε λίγο περίεργα αυτό που είπες η απλώς μου φάνηκε;

Δεν κάνω αντισημιτισμό, αν αυτό εννοείς, τουναντίον. Ο Μάτσας πάντως ξέρει κάτι πολύ σημαντικό: ότι το ελληνικό τραγούδι είχε επηρεάσει πάρα πολύ τη μουσική στο Ισραήλ. Μιλάμε ότι το Ισραήλ είναι μουσική αποικία της Ελλάδας. Ποτέ δεν μίλησε κάποιος γι’ αυτό το θέμα, όλοι σιωπούσανε. Γιατί πηγαίνανε οι τραγουδιστές εκεί, κάνανε συναυλίες, κάνανε αρπαχτές, γυρίζανε με φορτωμένες τις τσέπες και την κάνανε μορμόκα. Εμένα πάντως είναι φίλος μου ο Γεχούντα Πόλικερ, ένας σπουδαίος ισραηλινός τραγουδιστής, με τον οποίο κάνουμε και κάτι cd τελευταία, που είναι και συνεισφορά στο ελληνο- ισραηλινό τραγούδι.

Δεν θέλω να σε γρουσουζέψω, αλλά μάλλον θα δυσκολευτείτε αρκετά να βρείτε ελληνική εταιρεία για να βγάλετε αυτά τα cd που λες.

Εγώ υποστηρίζω το σουηδικό σκεπτικό, τη σουηδική πραγματικότητα. Την οποία δεν την ήξερα, την έμαθα εμπειρικά πρόσφατα. Μου στείλανε μερικά cd από τη Στοκχόλμη, Έλληνες που ζούνε εκεί και που γράψανε λαϊκότροπα τραγούδια. Πήγανε λοιπόν στο σουηδικό κράτος και λένε έχουμε αυτό το υλικό. Υπάρχει ένας σουηδικός οργανισμός που τα πληρώνει. Και τους πλήρωσε το σουηδικό κράτος να βγάλουνε ελληνικά τραγούδια. Ο Γιώργος Παπανδρέου τώρα, ο οποίος υποτίθεται ότι μιλάει και άπταιστα σουηδικά, ο Βενιζέλος και όλοι αυτοί, δεν θα το έχουν υπόψη τους, γιατί δεν ενδιαφέρονται για τον πολιτισμό και το τραγούδι. Το έχουνε σαν χαρτί τουαλέτας. Για να μην πω και όλη η Κεντροαριστερά, και δυστυχώς δηλαδή, γιατί είμαι αυθεντικό παιδί της Κεντροαριστεράς, οπότε εκπλήσσομαι και πονώ, γιατί η μάνα μου, η θεία μου ας πούμε, μας έχει γραμμένους στα παλιά της τα τακούνια.

Εγώ δεν σε έχω χρεωμένο για κεντροαριστερό, με την τρέχουσα έννοια του όρου τουλάχιστον. Μια ζωή σε θυμάμαι σκέτο αριστερό. Κάνω λάθος;

Κοίταξε, εγώ είμαι ένας ερευνητής, ένας αναζητητής της αλήθειας. Και στην εποχή που ζούμε πρέπει να έχεις μια εποπτεία, να ερευνάς προς πάσα κατεύθυνση, αυτός είναι ο επιστημονικός σοσιαλισμός άλλωστε. Δεν είναι να έχω κάποια σχήματα και κάποια τούβλα, τα οποία πετάω σ’ αυτούς που δε συμφωνούν μαζί μου, όπως κάνουν οι χριστιανοί με τον Κώδικα Ντα Βίντσι.

Όχι, αλλά όταν λέμε Κεντροαριστερά, στο μυαλό μου έρχεται ο Μπίστης ας πούμε.

Τώρα με το Μπίστη έθιξες ένα θέμα το οποίο μπιστάει. Η αλήθεια είναι ότι κάποια στιγμή μου είχε κολλήσει η μανία ότι άμα μπει ο Συνασπισμός μέσα στο ΠΑΣΟΚ και έχει κότσια να εκμαυλίσει αυτό το θηριώδες του ΠΑΣΟΚ, θα μπορούσε πραγματικά να φτιαχτεί μια καλή Κεντροαριστερά. Εγώ έπεισα το Μπίστη να μπει μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Και τον Ανδρουλάκη έπεισα να φύγει από το ΚΚΕ και να πάει στον Ολυμπιακό, του είπα δηλαδή άμα θες να έρθεις στον ΟΦΗ έλα, αλλιώς πήγαινε στον Ολυμπιακό. Στα λέω αυτά και κάπως χαριτολογώντας βέβαια.

Το ελπίζω ότι τα λες χαριτολογώντας, γιατί εμένα μου φαίνονται αρκούντως ανατριχιαστικά.

Μπορώ να σου πω χίλια δυο που να ανατριχιάζεις, αλλά να είναι μέρος μιας αλήθειας. Πικρό και μαύρο χιούμορ δηλαδή. Γιατί τι είναι η Αριστερά; Ένα ηθικό πολιτισμικό όραμα, πολύ λεπτεπίλεπτο. Το οποίο δεν ξέρουμε από πού προέρχεται, ούτε ο Μαρξ το εφηύρε. Ήτανε άνθρωποι οι οποίοι λατρεύανε τα δέντρα, τη φύση. Όταν άρχισε να γίνεται το ανδροκρατικό σύστημα και το ιμπεριαλιστικό, άρχισαν να κατακτούν τη φύση, να πληγώνουν τον πλανήτη. Και φτάσαμε μέχρις εδώ. Αλλά δεν τα συζητάμε αυτά τα πράγματα, όπως σου είπα ούτε η Αυγή ήρθε, ούτε ο Ριζοσπάστης. Που μου είπε κιόλας ότι εσένα ούτε δελτίο Τύπου δεν θα σου βάλουμε. Τριάντα χρόνια δεν μου έχουνε βάλει, είναι συνεπείς με τον εαυτό τους και μπράβο τους. Βέβαια, στο ραδιόφωνό τους με έχουνε καλέσει μια-δυο φορές, ο Πάρης, που κάνει εκπομπές με λαϊκά τραγούδια. Ιδού άλλο ένα θέμα προς συζήτηση, το ΚΚΕ που μέχρι πρότινος εχθρευότανε τα λαϊκά τραγούδια και εσχάτως τα έχει ενστερνιστεί.

Μου θύμισες τον πατέρα μου τώρα, που δεν ήτανε το καλύτερό του να ακούει λαϊκά τραγούδια. Γιατί στη Μακρόνησο όπου ήτανε, το ξύλο έπεφτε συνοδεία μπουζουκιών από τα μεγάφωνα.

Κοίτα, και ο Θεοδωράκης δεν ήθελε τα λαϊκά τραγούδια και τον έπεισε ο Χατζιδάκις να αρχίσει να γράφει. Βλέπεις δηλαδή ότι από έναν δεξιό πείστηκε ο αριστερός. Είναι μια διαλεκτική αυτό και μια άλγεβρα στα πράγματα. Όταν λέμε Αριστερά, δεν εννοούμε ένα άθροισμα σχημάτων και τούβλων που πετάμε στους αντιπάλους. Ούτε ο μαρξισμός είναι κάτι που εξ αντικειμένου υπάρχει. Όχι παιδιά, το ποδήλατο θα πέσει άμα δεν γυρνάνε οι ρόδες. Ζούμε σε μια δύσκολη εποχή και πρέπει να βάλουμε στο τραπέζι εντίμως τα πεπραγμένα μας και τα δεδομένα μας, τα ευαίσθητα και τα αναίσθητα, για να τα ξεψαχνίσουμε. Σαν να λέμε, συν Αθηνά και χείρα κίνει!