Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

Η μουσική ευφυΐα του Αντώνη Βαρδή




Η μουσική ευφυΐα του Αντώνη Βαρδή

Ο συγκάτοικος στην τρέλα δεν μένει πια εδώ



του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε σε "Το Περιοδικό", 3 Σεπτεμβρίου 2014)


Πέρα από το αίσθημα της λύπης που αφήνει η απώλεια ενός σεμνού και δημιουργικού ανθρώπου, ο θάνατος του Αντώνη Βαρδή τερματίζει συμβολικά μια συγκεκριμένη παράδοση του ελληνικού τραγουδιού: την παράδοση των τραγουδιών που γράφονταν για να τραγουδηθούν. Ως προς αυτό, ο Βαρδής πήρε κατευθείαν τη σκυτάλη από τον Λοΐζο. Ο Βαρδής είναι ο κατεξοχήν συνθέτης της μπαλάντας, της μιας κιθάρας, των μελωδιών που τραγουδιούνται και σφυρίζονται, που δεν ακολουθούν το στίχο ασθμαίνοντας μπας και βγει το τρίλεπτο, αλλά που παίρνουν το στίχο απ’ το χεράκι και του εμφυσούν μια ζωή καινούργια και αυτόνομη.

Στον Βαρδή διακρίνω τέσσερα βασικά πρόσωπα, αλληλένδετα αλλά για τις ανάγκες τούτου του σημειώματος και διακριτά. Καταρχήν, ο Βαρδής υπήρξε βαθιά πολιτικός. Δύσκολα ξεχνιούνται οι παλλόμενες τραγουδάρες που χάρισε στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου με τους στίχους του Πάνου Φαλάρα, απόλυτα ενταγμένες στην πολιτική συνειδητοποίηση του δεύτερου μισού των 1970s. Δύναμη, πολλή δύναμη έχουν αυτά τα τραγούδια, χωρίς καμία προσφυγή σε «αγωνιστικές» ρυθμικές ευκολίες, ένα-δύο, εν-δυο και εμβατήρια. Αντιθέτως, ο Βαρδής υπηρετεί πιστά τις εικόνες κάθε τραγουδιού με τη θαυμαστή ρυθμική και μελωδική του παλέτα, μετακινούμενος από τη διαδήλωση και τα πολιτικά γραφεία στα καφενεία με τους δοσίλογους, κι από την υψωμένη γροθιά στη μελαγχολία της επαρχίας. Μετά από 36 χρόνια, μόνο το «Φεύγουν Καράβια» ακούγεται ακόμη πού και πού στα ραδιόφωνα, αλλά ειλικρινά βρείτε μου εσείς ένα φετινό τραγούδι που να βάζει κάτω κομμάτια όπως η «Επαρχία 1978», το «Πάλι βρέχει», το «Θα ’ρθουν στιγμές»… Ούτε ένα δεν μπορεί να κοντράρει τα «Σακατεμένα τραγούδια» εκείνης της περιόδου του συνθέτη.






Ο Βαρδής υπήρξε επίσης ένας μεγάλος λυρικός. Ευαίσθητος, μελαγχολικός, τρυφερός, παραπονεμένος και βροχερός, έγραψε τραγούδια που κολλάνε πάνω σου και δεν λένε να βγουν. Στην κορυφή βάζω το «Ήρθες νύχτα», εκλεκτό δείγμα της μουσικής ευαισθησίας του Βαρδή. Βασικό χαρακτηριστικό της το γεγονός ότι έχει λόγο ύπαρξης, μέσα στην ευτυχή συνάντησή της με στίχους όπως αυτούς του Κώστα Τριπολίτη. Είναι μια ευαισθησία που βγάζει κάτι το ταπεινό, κάτι το ειλικρινά αδιέξοδο, και όχι κάτι το ναρκισσιστικό και το επιβεβαιωμένο. Δεν φωνάζει ο Βαρδής «δείτε τι cool καταραμένος είμαι», παρά ψιθυρίζει «έτσι είναι τα πράγματα, τετριμμένα και δραματικά, κι εγώ θα βρω τον τρόπο να τους δώσω νόημα και να τα γευτώ μέχρι τέλους». Το «Ήρθες νύχτα» το ακούμε εδώ από το αρχείο του ακούραστου αρχειοδίφη Μάνου Ορφανουδάκη.






Τρίτον, ο Βαρδής υπήρξε λαϊκός, βαθιά λαϊκός, απλός, στιβαρός, όπως πρέπει - αλλά διόλου καθωσπρέπει. Και δεν μπορεί να βγήκε τυχαία αυτή η λαϊκή ταυτότητα, από έναν άνθρωπο που έκανε το «αγροτικό» του στην οικοδομή και στο βενζινάδικο προτού καταξιωθεί στη δισκογραφία. Ο Βαρδής έγραψε το καθαρό και ξάστερο «Βάσανο γλυκό» που τραγούδησε η Λιζέττα Νικολάου το 1980 - αναζητήστε το. Έγραψε, επίσης, ένα από τα ωραιότερα ζεϊμπέκικα των 1990s, το «Έκλαιγε μαζί μου το φεγγάρι» με τη φωνή της Γλυκερίας. Αυτό όμως που ακούς και πέφτουν οι σοβάδες απ’ τον τοίχο είναι το «Μ’ άφησες σαν πόλη» με τη Χαρούλα στα καλύτερά της.






Τέλος, ο Βαρδής υπήρξε απρόβλεπτα και ιδιόμορφα ροκ. Ενδεικτικό των πρώιμων ερεθισμάτων του είναι το ότι η θητεία του στο τραγούδι ξεκινά με τους Βίκινγκς και την αγγλόφωνη ποπ στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Κομμάτια της κληρονομιάς που αφήνει πίσω του είναι η ενορχηστρωτική έκπληξη, η απρόσμενη αυξομείωση της έντασης και η εξηλεκτρισμένη μπαλάντα, ένα πραγματικά υβριδικό είδος τραγουδιού στο μεταίχμιο λαϊκού και ροκ. «Φεύγω», «Σχήμα λόγου», «Δεν είχα δύναμη», «Ροκ μπαλάντα», είναι μερικά μόνο από τα δείγματα αυτού του ιδιόμορφου ύφους. Ξεχωρίζω το «Θα εκραγώ», όχι μόνο για την ορμητική μελωδία του αλλά και για τους στίχους του Αντώνη Ανδρικάκη που φέρνουν τον ερμηνευτή, πλέον, Βαρδή αντιμέτωπο - όλοι σας και μόνος μου - με το σύστημα, την «κρυφή μηχανή».








Τα 500-παρά-κάτι τραγούδια του Βαρδή είναι σίγουρα άνισα, και δεν ήταν πρόθεση αυτού του μικρού σημειώματος η ωραιοποίηση ενός έργου εξαιρετικά αντιφατικού και κάποιες φορές επαναλαμβανόμενου, καθορισμένου αναπόφευκτα από την εκάστοτε ιστορική συγκυρία και το πνεύμα των καιρών. Μέσα σε αυτό το έργο όμως βρίσκονται σημαντικές στιγμές, και ο φίλος του ελληνικού τραγουδιού έχει να κερδίσει από την περιδιάβαση σ’ αυτό. Ο αυτοδίδακτος Αντώνης Βαρδής υπήρξε ένας ευφυής συνθέτης.

ΥΓ: Το αγαπημένο μου: «Κάτω απ’ την κληματαριά». Δώρο του Βαρδή και του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, μια Ελλάδα που υπάρχει μόνο όταν βρίσκεσαι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά της. Ένα τραγούδι όμορφο μα προπαντός χρήσιμο - το παίρνεις στα μπαγκάζια και δεν χρειάζεσαι να κουβαλάς ήλιους, νησιά, νερά κι αρώματα. Κι απ’ τις πολλές ακροάσεις, μπορεί να γυρίσεις και πίσω κιόλας, να επιστρέψεις ψάχνοντας την κληματαριά. Τι κι αν δεν τη βρεις; Τη φαντάστηκες, την ονειρεύτηκες, την τραγούδησες, κι αυτό σου φτάνει.





Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

Όλια Λαζαρίδου - Νίκος Ξυδάκης: Με μια αναπνοή




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Διονύσιος Σολωμός | Αθήνα 2019 

«Με μια Αναπνοή»
Όλια Λαζαρίδου – Νίκος Ξυδάκης

Πολυχώρος Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής 
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Με τη στήριξη της διοργάνωσης
"Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου" του Δήμου Αθηναίων

Έπειτα από τις πετυχημένες παραστάσεις του Σεπτεμβρίου στην αυλή του ΜΙΕΤ και του Νοεμβρίου στον ιδιαίτερο χώρο της Αγγλικανικής Εκκλησίας του Αγ. Παύλου, λόγω της μεγάλης ανταπόκρισης του κοινού, η παράσταση «Με μια Αναπνοή» θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 29 Ιανουαρίου στον Πολυχώρο του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο και με τη στήριξη της διοργάνωσης "Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου" του Δήμου Αθηναίων.

Ο Νίκος Ξυδάκης και η Όλια Λαζαρίδου παρουσιάζουν ένα ποιητικό αφήγημα σε δύο μέρη.

Στο πρώτο μέρος της παράστασης παρουσιάζεται ο Λάμπρος του Διονυσίου Σολωμού, μια από τις πιο αινιγματικές μορφές του έργου του. Η ηθοποιός Όλια Λαζαρίδου και ο μουσικός Μιχάλης Νικόπουλος θα μας αφηγηθούν τη σκοτεινή ιστορία του σαν ένα λαϊκό τραγούδι.

Στο δεύτερο μέρος της παράστασης ο Νίκος Ξυδάκης ερμηνεύει, σαν έναν εσωτερικό μονόλογο, ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού μελοποιημένα από τον ίδιο. Τον συνοδεύει στο κανονάκι η Έφη Ζαϊτίδου.

Πληροφορίες:
«Με μια Αναπνοή»
Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019 
ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ
Ώρες παραστάσεων (2 παραστάσεις):
20:00 και 21:30

Η είσοδος στις παραστάσεις είναι ελεύθερη και θα γίνεται με εισιτήρια εισόδου – προτεραιότητας, που θα μπορείτε να τα παραλαμβάνετε από τη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη, Δευτέρα με Παρασκευή από τις 10:00 ως τις 16:00. Εισιτήρια εισόδου θα δίνονται και στο χώρο την ημέρα της παράστασης, μία ώρα πριν από κάθε παράσταση.

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

Δημήτρης Βεριώνης: "Φωτογραφίες από τη Νάξο"






Δελτίο τύπου

Δημήτρης Βεριώνης

Φωτογραφίες Από Τη Νάξο

Δύο χρόνια μετά την τελευταία δισκογραφική δουλειά του («Το Καλοκαίρι Του Άχυρου» Μετρονόμος, 2016), ο Δημήτρης Βεριώνης κυκλοφορεί τη νέα του δισκογραφική δουλειά, με γενικό τίτλο «Φωτογραφίες Από Τη Νάξο».

Πρόκειται για 15 τραγούδια και 1 ορχηστρικό θέμα στα οποία ο Δημήτρης Βεριώνης έχει γράψει τους στίχους και τη μουσική, έχει κάνει την ενορχήστρωση και τραγουδάει. Τα τραγούδια αποτελούν το «ανοιχτό ημερολόγιο» μιας ερωτικής ιστορίας με φόντο το νησί της Νάξου. Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι μια δημιουργία της Γιώτας Γεωργαλή και τα γραφικά έχει επιμεληθεί η Αργυρώ Σταυράκου, ενώ τον πίνακα φωτογράφησε η Κωνσταντίνος Πατραμάνης. Τέλος, εκτός από τον Δημήτρη Βεριώνη, συμμετέχουν οι μουσικοί Όμηρος Κομνηνός, Πάνος Τόλιος, Χρήστος Ζελελίδης, Φώτης Σιώτας, Ελένη Λίγγρη, Χριστίνα Κολοβού, Κατερίνα Σιαμά, Δημήτρης Τσέλιος, Λεωνίδας Βλάχος, Αθηνά Τσαρνά.

Η γενική επιμέλεια παραγωγής, η ηχοληψία, η μίξη και το mastering έγινε από τον Όμηρο Κομνηνό.

Το CD κυκλοφορεί από τον Δεκέμβριο του 2018 (εκδόσεις ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ).




Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Στέφανος Ρόκος: Τρεις δοκιμές για το εξώφυλλο του "Ο αόρατος άνθρωπος"

Τρεις δοκιμές του Στέφανου Ρόκου για το εξώφυλλο του δίσκου "Ο αόρατος άνθρωπος" του Φοίβου Δεληβοριά. Ευχαριστούμε θερμά τον γνωστό εικαστικό για την παραχώρηση των ωραίων αυτών ντοκουμέντων. ηρ.οικ.


















Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Συνέντευξη με τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Στέφανο Ρόκο





"Η σχέση μουσικής και εικαστικής τέχνης είναι αδελφική"



"Το Περιοδικό" συναντά τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Στέφανο Ρόκο



τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε σε "Το Περιοδικό", 27 Αυγούστου 2014)


Είναι λαμπρά δείγματα της γενιάς τους, ο καθένας στο χώρο του. Στο έργο τους επιστρέφω συχνά, όχι τόσο για να βρω απαντήσεις, όσο για να θυμηθώ τα ερωτήματα. Γιατί αυτά λείπουν σήμερα - ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση της κατεστημένης αλήθειας -, και οι δυο τους έχουν φροντίσει με τις μουσικές και εικαστικές τους δημιουργίες να θέτουν ερωτήματα, να ξεβολεύουν, να ενοχλούν. Τον Σεπτέμβριο ο τραγουδοποιός Φοίβος Δεληβοριάς και ο ζωγράφος Στέφανος Ρόκος «συναντιούνται» για άλλη μια φορά, στον κήπο του Μεγάρου, στη συναυλία του πρώτου με την αφίσα που φιλοτέχνησε ο δεύτερος. Φροντίσαμε να συναντηθούν και στη συνέντευξη που κρατάτε στις οθόνες σας.

Ευχαριστούμε θερμά τη Μαρία Μπαχά για τις φωτογραφίες των δύο καλλιτεχνών.


Τι θα ακούσουμε στον κήπο του Μεγάρου;
Φ. Δεληβοριάς: Ο κήπος του Μεγάρου είναι το ωραιότερο μέρος για να παίξει μουσική κάποιος το καλοκαίρι στην Αθήνα, μες στις ακακίες. Και σκέφτηκα να κάνω εκεί μια τελευταία αρμένικη βίζιτα. Έμαθα πρόσφατα από πού προήλθε ο όρος «αρμένικη βίζιτα». Οι οικογένειες των Αρμενίων πήγαιναν σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό όπου ζούσαν οι συγγενείς τους και έμεναν αυστηρά 25 μέρες. Οπότε, είπα να το ονομάσω έτσι ώστε να υποχρεώσω τους ανθρώπους του Μεγάρου να με αφήσουν 25 μέρες στον κήπο, να κάνω ό,τι θέλω. Θα παίξω κάποια τραγούδια απ’ αυτά που ετοιμάζω, πολλά παλαιότερα, και στο τέλος θα κάτσω μόνος μου με την κιθάρα και θα παίξω ό,τι μου ’ρθει.

- Πώς γνωριστήκατε; Και τι συμπαθήσατε - ή αντιπαθήσατε - με μια πρώτη ματιά στον άλλο;

Φ. Δεληβοριάς: Τον γνώρισα στο σπίτι του επίσης φίλου ζωγράφου Αχιλλέα Ραζή. Μας είχε καλέσει για «παιχνιδο-βραδιά». Παίξαμε παντομίμα, «καπέλο» και «η νύχτα πέφτει στο Παλέρμο» και - παρότι η κοπέλα που ήταν μαζί του ήταν εκνευριστικά αξιέραστη και ο ίδιος χυδαίος και αδίστακτος «μαφιόζος» στο παιχνίδι - τον συμπάθησα αμέσως. Είχε κάτι το απολύτως ανοιχτό και παιδικό στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσε με την άγνωστή του παρέα. Και αυτό το βλέμμα του ανθρώπου που δεν αντλεί τη σιγουριά του από το εγώ ή τις βεβαιότητές του, αλλά από έναν κόσμο που έχει φτιάξει - και του έχει αποτυπωθεί στο πρόσωπο. Ήμουν σίγουρος ότι θα ήταν πολύ καλός ζωγράφος. Το ίδιο βράδυ έσπευσα να δω ζωγραφική του στο ίντερνετ. Επιβεβαιώθηκα - και πολύ σύντομα πήγα στον χώρο που εξέθετε.

Σ. Ρόκος: Ο ίδιος δεν το θυμάται, αλλά η πρώτη φορά που μίλησα με τον Φοίβο ήταν αμέσως μετά από μια εμφάνισή του στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ του 2004. Μόλις είχα απολυθεί από τον στρατό και ακούγοντας την «Υβρεοπομπή» αισθάνθηκα την ανάγκη να του πω ότι είχα επιχειρήσει να κάνω κάτι παρόμοιο με αυτόν, αλλά με το δικό μου μέσο, την ζωγραφική. Λίγους μήνες μετά, τον συνάντησα πράγματι στο σπίτι του Αχιλλέα, και τον κάλεσα στην ατομική μου έκθεση που πραγματοποιείτο εκείνη την περίοδο. Ήρθε, τα είπαμε, και κανονίσαμε να ξεκινήσουμε να βλέπουμε το «Lost» σε DVD στο σπίτι μου. Το παρατήσαμε στον δεύτερο κύκλο γιατί δεν μας άρεσε, αλλά έκτοτε ενώθηκαν οι παρέες μας, προέκυψαν καλλιτεχνικοί και προσωπικοί δεσμοί, στενή φιλία και πολλές συνεργασίες.

- Πώς σας φαίνεται η τέχνη του Ρόκου, Φοίβο; Θα πηγαίνατε σε μια έκθεσή του αν δεν τον γνωρίζατε;

Φ. Δεληβοριάς: Η τέχνη του χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση ενός αληθινού σώματος μέσα στις κατακερματισμένες εντυπώσεις που την κατακλύζουν. Ποπ μουσική, ταινίες, αυτιστικά δωμάτια, χώροι σύγχρονοι που μοιάζει να έχουν χάσει κάθε νόημα, ισχυροί γονείς που τους αγαπάμε αλλά δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να είμαστε το ίδιο. Όλα αυτά γίνονται σώμα στο έργο του Στέφανου. Και όπως συμβαίνει με όλους τους αληθινούς καλλιτέχνες δεν ξέρει να σου πει πώς και γιατί. Απλά κοιτάζει πάντα στο σωστό σημείο και του ρουφάει την πραγματικότητα. Ναι, θα πήγαινα να δω πώς το κάνει, πώς είναι από κοντά αυτή η τέχνη.

- Και πώς σας φαίνεται η τέχνη του Δεληβοριά, Στέφανε; Θα πηγαίνατε σε μια συναυλία του αν δεν τον γνωρίζατε;

Σ. Ρόκος: Από τα 15 μου σνόμπαρα επιδεικτικά την ελληνόφωνη μουσική σκηνή. Είχα βρει ένα τεράστιο μέρος του εαυτού μου και της αισθητικής μου κυρίως στον αμερικάνικο και βρετανικό εναλλακτικό ήχο, και οι μόνοι καλλιτέχνες που γράφανε ελληνικό στίχο και που παραδεχόμουν ήταν οι Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Χάρη στον τελευταίο είδα για πρώτη φορά τον Φοίβο στην σκηνή, το 1995, και συνειδητοποίησα ότι υπάρχει κάτι στον στίχο του που με αφορά. Από τότε δεν έχω χάσει καμία παράστασή του.

- Ποιούς εικαστικούς συναντάμε στην ιδανική αίθουσα τέχνης σας Φοίβο; Και γιατί;

Φ. Δεληβοριάς: Μου αρέσουν οι πρώτοι μοντέρνοι, από το 1890 ως το 1940 περίπου, από τον Ματίς και τον Μπρακ στον Κλιμτ και στον Καντίνσκυ. Και στη μουσική τα ίδια, αντίστοιχα, από τον Φωρέ και τον Ραβέλ στον Μάλερ και στον Προκόφιεφ. Όλοι αυτοί συντηρούν και γκρεμίζουν ταυτόχρονα, είναι εθνικοί και ανήκουν παντού, είναι τολμηροί, αλλά δεν φεύγουν ποτέ από το σώμα του ανθρώπου. Επίσης μου αρέσουν οι Έλληνες της ίδιας περιόδου: ο Παρθένης, ο Μπουζιάνης, ο Κόντογλου - και πιο μετά ο Τσαρούχης, ο Μόραλης... Πολύ μεγάλο Έλληνα ζωγράφο, μεταγενέστερο, θεωρώ τον Νίκο Χουλιαρά.

- Και ποιους μουσικούς συναντάμε στην ιδανική δισκοθήκη σας Στέφανε;

Σ. Ρόκος: Τα άπαντα του Nick Cave και της πολύ ευρείας και πολυποίκιλης καλλιτεχνικής του οικογένειας, γιατί αν υπάρχει ένα πράγμα που έχει στιγματίσει ανεξίτηλα την προσωπικότητά μου και την ζωγραφική μου είναι αυτή η τεράστια παρέα. Και φυσικά πάρα πολλούς ακόμα. Σε μια πρόσφατη συζήτηση με τον Φοίβο, με ρώτησε αν θα προτιμούσα να ακούω από εδώ και στο εξής μόνο την μουσική που έχω ήδη ακούσει στην ζωή μου και ποτέ πια κάτι καινούριο, ή μόνο καινούργια μουσική και ποτέ τίποτα από την μουσική που έχω ακούσει μέχρι σήμερα. Διάλεξα το πρώτο. Το ξέρω ότι μπορεί να θεωρηθεί αρκετά γεροντίστικο ή στάσιμο, αλλά είναι αλήθεια. Πιστεύω πως θα νιώθω πιο σίγουρος και πλήρης.






- Ποια είναι η σχέση μουσικής και εικαστικής τέχνης; Και γιατί επιλέγετε συχνά εικαστικά εξώφυλλα για τους δίσκους σας Φοίβο;

Φ. Δεληβοριάς: Είχα από πρώτο χέρι την ευκαιρία να ξέρω πως η σχέση τους είναι αδελφική. Η αδελφή μου Μυρτώ είναι ζωγράφος και στην καλλιτεχνική μας εφηβεία δεν κάναμε βήμα χωρίς να συνυπολογίζουμε το τι κάνει ο άλλος. Έτυχε μέσω του Στέφανου, του Δημήτρη Ρόκου και του Αχιλλέα, να γνωρίσω κι άλλους σημαντικούς εικαστικούς της γενιάς μου και να συνυπάρξουμε για λίγο στους δίσκους. Για έναν απ’ αυτούς - τον Τζουλιάνο Καγκλή - έγραψα κι ένα κείμενο που το αγαπώ πολύ, το «Τι να βλέπει ο Τζουλιάνο».

- Κι εσείς Στέφανε πώς και είστε τόσο δραστήριος στο χώρο του εικαστικού εξωφύλλου δίσκων;

Σ. Ρόκος: Δεν είμαι ιδιαίτερα δραστήριος στον χώρο αυτό, με την έννοια ότι τα εξώφυλλα που έχω κάνει είναι λίγα και για συγκεκριμένους καλλιτέχνες. Θέλω να πω ότι δεν το έχω δει ποτέ αυτό σαν δουλειά, δεν συνεργάζομαι με εταιρείες, ούτε πρόκειται να κάνω ποτέ ένα εξώφυλλο για έναν μουσικό που δεν εκτιμώ. Όσον αφορά την σχέση μουσικής και εικαστικών, είμαι από αυτούς που αγοράζουν ακόμα δίσκους γιατί θέλω να κρατάω στα χέρια μου την επιλογή του μουσικού για την εικόνα με την οποία διάλεξε να επικοινωνήσει με το κοινό του. Είναι πάντα η πρώτη εντύπωση, η πρώτη επαφή, και μια οπτικοποίηση που σου δίνει τις πρώτες πληροφορίες για το τι θα ήθελε ο μουσικός να νιώσει ο ακροατής.

Ποια διαδικασία ακολουθείτε Στέφανε στη δημιουργία ενός εικαστικού εξωφύλλου για τον Φοίβο;

Σ. Ρόκος: Το εξώφυλλο διαφέρει ανάλογα με το concept, τον τίτλο του άλμπουμ, και τα τραγούδια που μου δίνει ο Φοίβος και τα ακούω σε πρωτόλεια μορφή. Για την αφίσα της «αρμένικης βίζιτας», με κάλεσε στο σπίτι του όπου γυριζόταν ένα teaser για τις συναυλίες. Εκεί έβγαζα φωτογραφίες για 2-3 ώρες, και στο τέλος έβγαλα και μια αναμνηστική φωτογραφία με τους μουσικούς στον καναπέ και τους ηθοποιούς πίσω, την οποία τελικά χρησιμοποίησα ως αφετηρία για την αφίσα. Πήγα τρεις φορές στην «αρμένικη βίζιτα». Νομίζω ότι τόσα χρόνια γινόταν η ζύμωση για να βγει αυτό το live. Και τη θεωρώ ως την κορυφαία συναυλιακή στιγμή του Φοίβου. 

Φ. Δεληβοριάς: Όταν γνώρισα τον Στέφανο, είχα ενθουσιαστεί μαζί του. Βλεπόμασταν συνέχεια, κάθε Τρίτη πηγαίναμε στους «Χάρτες» στα Εξάρχεια, και κάθε δεύτερη Κυριακή κάναμε βιντεολέσχη εναλλάξ στα σπίτια των μελών της βιντεολέσχης. Περάσαμε ένα χειμώνα ολόκληρο μαζί. Και όταν ετοίμαζα τα τραγούδια του «Έξω», του είπα ότι ήθελα να μου κάνει το εξώφυλλο. Μου απάντησε ότι θα είχε πιο πολύ ενδιαφέρον για κάθε τραγούδι να κάνει ένας εικαστικός από ένα έργο. Κι εγώ ετοίμαζα το κάθε τραγούδι, και αμέσως μετά σκεφτόμουν σε ποιον εικαστικό να το δώσω! Ο Στέφανος το συνέλαβε όλο αυτό.

Και πώς πρωτο-αποφασίσατε να εντάξετε στην τέχνη σας και την απέναντι τέχνη, τη μουσική ή εικαστική;

Σ. Ρόκος: Πάντα ήθελα τα έργα μου να συνοδεύουν μια μουσική. Ο πρώτος δίσκος που φιλοτέχνησα ήταν των Interstellar Overdrive το 1999 - και έτυχε να είναι και ο δικός τους πρώτος δίσκος. Με τον Φοίβο το 2006 ήταν η πρώτη φορά που εικονογράφησα δίσκο ενός ήδη καταξιωμένου καλλιτέχνη.

Φ. Δεληβοριάς: Σε αντίθεση με τους εικαστικούς που δουλεύουν μοναχικά, ο δίσκος είναι αποτέλεσμα πολλών ανθρώπων. Βγαίνεις απ’ το δωμάτιό σου και έρχεσαι σε επαφή με μουσικούς, με τεχνικούς, με παραγωγούς, με άλλους τραγουδιστές, με σκηνοθέτες. Όλο αυτό μου αρέσει πολύ: για έναν ολόκληρο χρόνο είμαι ολομόναχος και φτιάχνω ένα μικρό εργάκι, και τον επόμενο χρόνο επικοινωνώ το έργο σε έναν κύκλο 40-50 ανθρώπων που θα δουλέψουμε μαζί. Όλο αυτό με εμπνέει. Και το να μπλεχτεί στο παιχνίδι αυτό ένας εικαστικός ή μια παρέα εικαστικών που θαυμάζω, είναι ακόμα ωραιότερο.

Πώς έχει αλλάξει ο Δεληβοριάς όλα αυτά τα χρόνια της γνωριμίας σας;

Σ. Ρόκος: Εγώ βλέπω μια τεράστια διαδρομή που έχει διανύσει τα τελευταία οχτώ χρόνια και τον έχει πάει από κάτι σε κάτι τελείως διαφορετικό. Προσωπικά μιλώντας, πλέον είναι πολύ κοντά στα δικά μου ακούσματα, και μουσικά. Στιχουργικά πάντα τον παραδεχόμουν. Πλέον, είναι κοντά μου και σαν παραγωγή και σαν ενορχήστρωση και σαν μουσικές ιδέες.

Κι ο Ρόκος;

Φ. Δεληβοριάς: Ο κόσμος του Στέφανου ήταν συμπληρωμένος και ολοκληρωμένος απ’ την πρώτη στιγμή, απ’ τις πρώτες του εκθέσεις. Ήταν σαφές πώς αντιλαμβάνεται τις μορφές, τα χρώματα, τον κόσμο, την ποπ κουλτούρα. Είχε απαντήσεις για όλα. Αλλά κάθε φορά κατακτά ένα επίπεδο πιο πάνω. Αυτός ο γνώριμος κόσμος, με κάθε νέα έκθεση, αποκτά νέες, πιο φιλόδοξες διαστάσεις. Συμμετείχα και σε ένα σημαντικό του βήμα, το «Τρόμος και ρομάντζο σ’ έναν άλλο πλανήτη», εμπνευσμένο ακριβώς από τη σχέση εικαστικών και μουσικής. 






Πρέπει η τέχνη να υπηρετεί ένα μήνυμα ή απλώς να είναι καλαίσθητη, να ευχαριστεί;

Σ. Ρόκος: Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει μήνυμα, αλλά δεν είναι ανάγκη να γίνεται σύνθημα ή να γίνεται φανερό και κατανοητό από το πρώτο επίπεδο. Εκτιμώ, βεβαίως, και το έργο που είναι μόνο καλαίσθητο. Στόχος μου είναι να υπάρχει μήνυμα και σκέψη πίσω απ’ ότι κάνω, χωρίς όμως να γίνεται κραυγαλέο. Και δεν με ενδιαφέρει να γίνεται κατανοητό απ’ όλο τον κόσμο.

Φ. Δεληβοριάς: Θέλοντας και μη, ακόμα και το πιο κενό έργο, το πιο άθλιο τραγούδι, φέρνει ένα μήνυμα. Η κενότητα η ίδια είναι νόημα. Ένας συνειδητός καλλιτέχνης την ώρα που δημιουργεί αντιλαμβάνεται τι υπηρετεί. Αλλά ένα έργο τέχνης δεν πρέπει να εξαντλείται στο νόημα, στο μήνυμα. Αν είναι απλά να πω ότι στηρίζω μια ιδέα, μπορώ απλώς να το γράψω σ’ ένα κομμάτι χαρτί: «στηρίζω την τάδε ιδέα». Το θέμα είναι ένα σώμα, ένα ζωντανό πράγμα, να σε παραπέμπει στην ιδέα. Κι αν αυτό που δημιουργήσεις είναι πραγματικά ζωντανό, μπορεί να περιέχει και τέσσερις και πέντε ιδέες, και όχι μόνο μία.

- Σε ένα ποίημά του εμπνευσμένο από ένα έργο του Ρόκου, ο Δεληβοριάς γράφει: «Εσύ ήσουν κάποτε εκεί μες στον υπνόσακο που είχε αδειάσει απ' τους γονείς σου /
Απ' τα κουλά λεφτά, τις ποιητικές βραδιές, τις καθιστικές απεργίες τους
». Πόσο δύσκολη υπήρξε για σας η άρθρωση ενός αυτόνομου λόγου, έχοντας βαριά τη σκιά της «γενιάς του Πολυτεχνείου» και του φετιχισμού του παρελθόντος;

Φ. Δεληβοριάς: Όσο δύσκολο ήταν και γι’ αυτούς να ξεπεράσουν τη γενιά του ’30, της Κατοχής ή των Δεκεμβριανών. Ίσως να ήταν και λίγο πιο εύκολο. Εμένα οι δικοί μου είναι οι αμέσως προηγούμενοι απ’ του Πολυτεχνείου, οι του 114. Και ζηλεύω ιδιαίτερα τα χρόνια της πολιτικής, πολιτιστικής και σεξουαλικής έκρηξης με τα οποία συνέπεσαν. Σκέψου μόνο το πολιτιστικό: παραστάσεις του Κουν, αυτοσυνειδησία του ελληνικού τραγουδιού, πρώτες προβολές του «8 ½» ή του «Τρελού Πιερό». Σ’ ένα απ’ τα καινούργια, ακυκλοφόρητα τραγούδια μου μιλάω για όλο αυτό, για το πόσο είναι εξιδανικευμένο και πόσο είναι αληθινό. Το ονομάζω «Ο Μπάσταρδος Γιος».

Σ. Ρόκος: Μεγάλωσα σε αριστερή οικογένεια και μετέπειτα υιοθέτησα συνειδητά αριστερές ιδέες, αλλά δεν αισθάνθηκα ποτέ, ούτε για μια στιγμή, δέσμιος κάποιου κόμματος ή κάποιας παράταξης, και χαίρομαι γι’ αυτό. Με βοήθησε στο να μπορώ να κριτικάρω ελεύθερα χωρίς αναστολές, να λέω ακόμα πιο ελεύθερα την γνώμη μου και να έχω μια ψύχραιμη αντίληψη των πραγμάτων.

- Και ποιο είναι το μυστικό ώστε να έχεις αποδοχή, να παράγεις έργο που μιλά στην εποχή σου, και την ίδια στιγμή να μην γίνεσαι ένα με τον πολτό του lifestyle και της χυδαιότητας;

Σ. Ρόκος: Δεν ξέρω κανένα μυστικό, ούτε καν πιστεύω ότι έχω καταφέρει όλα τα παραπάνω. Είναι όμως στόχος ζωής, που μάλλον βγαίνει αβίαστα.

Φ. Δεληβοριάς: Να μην κάνεις τον πιο χαζό ή τον πιο έξυπνο απ’ ό,τι είσαι. Είσαι κάτι συγκεκριμένο, με τη δική του δύναμη, τη δική του μετριότητα, τη δική του ομορφιά και το δικό του χαμηλότερο σημείο. Αν το εκφράζεις πιστά, ακόμα και οι αποτυχίες σου θα είναι μέρος μιας έκφρασης. Έχω δει ανθρώπους αληθινά ιδιοφυείς που τελικά εξαφανίστηκαν στην προσπάθειά τους να εξομοιωθούν με κάποιο αποδεκτό γούστο, υψηλό ή χαμηλό.

Τι θα λέγατε σε έναν νέο άνθρωπο που θα ήθελε να ασχοληθεί με την τέχνη σας;

Σ. Ρόκος: Εγώ θα του έλεγα αμέσως να γίνει ό,τι θέλει, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Θυμάμαι πως παλαιότερα, αρκετοί άνθρωποι του χώρου προσπαθούσαν να μας επισημάνουν τις δυσκολίες του να γίνεις καλλιτέχνης, αποτρέποντάς μας ώστε να συνειδητοποιήσουμε γιατί έχουμε πάρει αυτή την απόφαση. Η δική μου προσέγγιση είναι «αφού το θέλεις, προσπάθησε να γίνεις». Αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσει τις ευκολίες - δηλαδή τις δυσκολίες - της εποχής. Υπάρχουν πολλά μέσα, πολλοί τρόποι να κάνεις κάτι και να γίνεις εύκολα γνωστός. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δουλέψεις εκατό φορές πιο σκληρά, για να υπάρξεις σαν οντότητα πλάι στους τόσους πολλούς που υπάρχουν και τους βλέπεις παντού.

Φ. Δεληβοριάς: Δεν είμαι άνθρωπος που εμπιστεύομαι τις συμβουλές. Είμαι φειδωλός να τις δίνω, γιατί κάτι που είναι παράδεισος για κάποιον μπορεί να είναι κόλαση για άλλον. Θα έλεγα σε κάποιον να το κάνει αρκεί να είναι η πραγματική του έκφραση. Να μη μπορεί να ζήσει χωρίς αυτό. Ο Ντύλαν είπε: «Δεν χρειάζεται να γραφτεί ούτε ένα καινούργιο τραγούδι. Ούτε ένα. Έχουν ειπωθεί τα πάντα για όλα τα θέματα. Έχουμε αρκετά αριστουργήματα για να ζήσουμε μια ζωή ανακαλύπτοντάς τα. Αν είσαι όμως ένα παιδί με καθαρή καρδιά και αγαπάς να γράψεις τραγούδια, τότε υπάρχει χώρος και για σένα».

- Για να μην ξεχνιόμαστε, ο Ψινάκης σάρωσε, ο Μπέος σάρωσε, ο Μώραλης επίσης. Τελικά, θα μας σώσουν οι μάνατζερ της μπάλας και της νύχτας;

Φ. Δεληβοριάς: Δεν θα μας σώσει κανείς. Και όχι επειδή δεν σωζόμαστε, αλλά επειδή δεν θέλουμε να σωθούμε όλοι μαζί. Δεν ακούμε ποτέ παρά το φόβο της δικής μας συντεχνίας, του δικού μας μικροκλάδου. Και αδιαφορούμε για τους υπόλοιπους, τους θεωρούμε άξιους τιμωρίας. Ο κάθε μάνατζερ ή τεχνοκράτης ή «πετυχημένος» που θα εμφανίζεται, θα πατάει στο δικό μας κενό, στην δική μας διάσπαση. Αλλά αυτό συμβαίνει σε όλον τον κόσμο, δεν συμβαίνει μόνο εδώ. Όλοι, παντού τα τελευταία 30 χρόνια είδαν και πίστεψαν το «πολύ σκληρός για να πεθάνει». Και φυσικά πεθαίνουν όλοι σαν ηλίθιοι.

Σ. Ρόκος: Φυσικά και δεν θα μας σώσουν! Πραγματικά αναρωτιέμαι πώς τέτοιοι άνθρωποι είναι ακόμα δημοφιλείς, και ποιοι είναι αυτοί που τους στηρίζουν. Στεναχωριέμαι πάρα πολύ, κάθε μέρα στεναχωριέμαι και περισσότερο. Πιστεύω ότι με κάθε ευκαιρία πρέπει να εκφράζουμε δημόσια την απέχθειά μας για κάποια πράγματα, όπως για την Χρυσή Αυγή. Σιχαίνομαι την Χρυσή Αυγή, θέλω να το λέω συνέχεια. Πρέπει να το λέμε συνέχεια, είναι απαραίτητο. Αλλά δεν είναι κρίμα μια ωραία συνέντευξη για μουσική και εικαστικά να κλείνει με την αναφορά κάποιων λίγων αλλά τελικά υπεραρκετών επικίνδυνων ηλιθίων?

Σωστά. Πώς θα βγούμε απ’ το αδιέξοδο;

Σ. Ρόκος: Βλέπω στο περιβάλλον που κινούμαι ότι όλοι μας έχουμε πάρει τη δουλειά μας πιο σοβαρά. Κι αυτό είναι μια λύση: να είμαστε πιο συνεπείς και πιο συνειδητοί σ’ αυτό που κάνουμε.


Φ. Δεληβοριάς: Οι λεγόμενες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης - μια μορφή εθελοντισμού όχι για κάτι χαρούμενο, όπως π.χ. η Ολυμπιάδα, αλλά για τα δύσκολα - είναι κάτι πρωτοφανές για την ελληνική κοινωνία. Κι αν πετύχουν, θα υπάρχει αυτό που είναι η ουσία της πολιτικής: πολλοί άνθρωποι να κάνουν κάτι πολύ καλό για όλους.



Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Συνέντευξη με τον Βαγγέλη Σακκά




Μουσική για τον Αριστοφάνη …εν Βελγίω

Μια συνέντευξη με τον Βαγγέλη Σακκά, με αφορμή το CDColours from Home’



τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε σε Το Περιοδικό, 3 Μαΐου 2014)

Ένας Έλληνας που διαμένει στο Βέλγιο γράφει μουσική για τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη που ανέβηκαν στις Βρυξέλλες, διασκευασμένοι από την ελληνίδα καλλιτεχνική διευθύντρια του βελγικού θεάτρου «Σκαραβαίος» και ερμηνευμένοι από το ελληνο-βελγικό συγκρότημα La Touche! Με άλλα λόγια, καλωσήρθατε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Εκτός όμως από μια πρωτότυπη ιστορία ελληνο-βελγικής φιλίας, το CD ‘Colours from Home’ περιέχει και μερικές πολύ όμορφες μουσικές, με την υπογραφή του συνθέτη (και ιατρού) Βαγγέλη Σακκά. Να τι μας είπε ο ίδιος για τα χρώματα, τα σύνορα και τη μουσική του.


Πώς προέκυψε το Colours from Home?

Η Ειρήνη Χαλκιά, σκηνοθέτης και διευθύντρια του θεάτρου «Σκαραβαίος», λατρεύει τους Όρνιθες από τότε που γεννήθηκε. Το καλοκαίρι του 2012 ένιωσε έτοιμη να ερμηνεύσει το αριστοφανικό κείμενο όπως το είχε ονειρευτεί, δηλαδή πολύ σουρεαλιστικά. Μάλιστα οι πρώτες δύο παραστάσεις δόθηκαν εντός του πάρκου Josaphat διότι ήθελε να εκμεταλλευτεί κάποιες όμορφες γωνιές και να τις παρομοιάσει με την Νεφελοκοκκυγία και να γίνει όσο πιο παλαβό και φυσικό το έργο. Τότε επικοινώνησε μαζί μου και μου πρότεινε να συνεργαστούμε. Γνώριζε το προσωπικό μου μουσικό ύφος και έτσι ξεκινήσαμε να χτίζουμε πάνω στη μουσική, η οποία είχε πρωτεύοντα ρόλο στο έργο, και στις ιδέες της Ειρήνης. Το έργο παίχτηκε στο πάρκο δύο φορές και όταν έπιασαν τα χιόνια παίχτηκε για μια εβδομάδα στο θέατρο!

Αποφασίσατε να εκδώσετε το έργο σας σε δίσκο ακτίνας, σε μια εποχή όπου στην Ελλάδα τουλάχιστον η δισκογραφία έχει περίπου πεθάνει. Τι υπηρετεί αυτό, εκτός ίσως από έναν αθεράπευτο ρομαντισμό;

Το να σκίσεις τη ζελατίνα, να ψηλαφήσεις το κουτί, ν’ ανοίξεις και να διαβάσεις το βιβλιαράκι του και ευλαβικά να βάλεις τον δίσκο να παίξει είναι μάλλον ομορφότερο από το να βάλεις μία playlist του i-tunes να τρέχει… Ναι, αθεράπευτα ρομαντικός, έχετε δίκιο!

Εκτός από την ενορχηστρωτική πρωτοτυπία του έργου, μου έκανε εντύπωση και το δέσιμο, η αρτιότητα της ορχήστρας. Ποιοι μουσικοί ευθύνονται γι’ αυτό, και πώς γνωριστήκατε μαζί τους;

Η αρχή έγινε στις Βρυξέλλες και το απίστευτο συγκρότημα La Touche. Οι μουσικοί του με βοήθησαν πολύ στο να βάλω σε τάξη τις ιδέες μου και να φτιάξω μία πρώτη φόρμα. Εν συνεχεία, ο δάσκαλός μου Ορέστης Ζαφειρόπουλος έβαλε την μαγική πινελιά και ενορχήστρωσε τον δίσκο. Κάλεσε εξαιρετικούς μουσικούς - Παναγιώτης Γιαννακάκης στο πιάνο, Οδυσσέας Ζαφειρόπουλος στο βιολί, Μαρίνος Γαλατσινός Μαρίνος στο κλαρινέτο και στο φλάουτο, Γιασμίνα Ντιμιτριγιέβα στο ακορντεόν, Δήμητρα Τσίγκα, Μαρία Βλαχοπούλου, και Λουκάς Πανουριάς στο τραγούδι - και υπό την καθοδήγησή του και τις πρωτότυπες ιδέες του ηχογραφήθηκε ο δίσκος.

Ποιο προσωπικό ταξίδι σας πήγε από την ιατρική στη μουσική - ή το ανάποδο; Δεν είναι βασανιστική αυτή η διττή φύση, αυτή η συνύπαρξη επιστήμης και τέχνης;

Υπηρέτης δυο αφεντάδων όπως έλεγε και ο αγαπημένος Σεφέρης… Ναι, συχνά είναι πολύ βασανιστικό. Ο πατέρας μου με μύησε και στους δύο χώρους. Στο τέλος δεν κατάφερα να επιλέξω και πήρα και τα δύο! Ας πούμε ότι σήμερα πλέον έχω ισορροπήσει και ψάχνω σε καθετί μία μουσικότητα.





Colours from Home. Χρώματα από το Σπίτι (ή την Πατρώα Γη). Ποια χρώματα; Και ποια πατρίδα;

Δίχως αμφιβολία, η μουσική εκτός από μελωδίες είναι και χρώμα, ίσως από τα ωραιότερα χρώματα που υπάρχουν. Και τα χρώματα αυτά στο Colours from Home έρχονται από την Ελλάδα, τις μουσικές της, τη γη και τους ανθρώπους της ανακατεμένα με τα μουσικά και προσωπικά μου βιώματα.

Χρώματα κι αρώματα λοιπόν. Αλήθεια, υπάρχουν ακόμα εθνικοί διαχωρισμοί στη μουσική, τουλάχιστον την ορχηστρική;

Σαφώς και δεν υπάρχουν διαχωρισμοί, τουλάχιστον για μένα. Βεβαίως, ελληνικά στοιχεία υπάρχουν άφθονα στο Colours. Αλλά η ομορφιά στη μουσική έγκειται στην δυνατότητα του συνθέτη να την καθιστά διεθνή, πατώντας στην καταγωγή του και εξελίσσοντάς τη. Είναι συγκινητικό να βλέπετε το συγκρότημα La Touche, αποτελούμενο από Βέλγους, Γάλλους και Ιταλούς, να ερμηνεύει τη μουσική μου, όπως επίσης και Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Battiato και άλλους, με μοναδική αγάπη και έρωτα. Λες και είναι η εθνική τους μουσική.

Ζείτε στην καρδιά της Ευρώπης. Πώς γίνεται εκεί αντιληπτή η ελληνική μουσική και κουλτούρα γενικότερα; Έχουμε καταφέρει να ξεπεράσουμε το «λίγο θάλασσα, λίγο κρασί και τ’ αγόρι μου»;

Και ναι και όχι. Για πολλούς η Ελλάδα είναι το συρτάκι και το μπουζούκι. Ευτυχώς όμως που υπάρχουν κάποιοι ξεχωριστοί άνθρωποι, Έλληνες και Βέλγοι, που προσπαθούν να δείξουν και την Ελλάδα του Μεγάλου Ερωτικού, των ελλήνων ποιητών και φιλοσόφων, και της παράδοσης. Θέλει δουλειά ακόμα αλλά τώρα είναι μία ιστορική ευκαιρία διότι, έχοντας γίνει το κλασσικό αντικείμενο συζήτησης λόγω κρίσης, αυτόματα πολλοί διερωτώνται τι έχουμε δημιουργήσει σαν χώρα, τι τραγουδάμε, πώς μιλάμε…

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Συνέντευξη με τον Άρη Χατζηστεφάνου







Άρης Χατζηστεφάνου: «Πάντα υπήρχαν οικονομικά συμφέροντα που ήθελαν να ενισχύσουν τον φασισμό»


Μια συνέντευξη με τον γνωστό δημοσιογράφο για το ντοκιμαντέρ «Φασισμός Α.Ε.».



τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο ToPeriodiko.gr στις 29 Απριλίου 2014)


Μετά το ‘Debtocracy’ και το ‘Catastroica’, ο Άρης Χατζηστεφάνου επιστρέφει με ένα νέο ντοκιμαντέρ για το φασιστικό φαινόμενο και την ιστορική του διασύνδεσή του με κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα. Οι Last Drive, το συγκρότημα-σταθμός του ελληνικού ροκ, υπογράφουν τη μουσική, κι εμείς βρήκαμε έτσι έναν τουλάχιστον λόγο για να κουβεντιάσουμε με τον εμπνευστή του «Φασισμός Α.Ε.».



- «Φασισμός Α.Ε.». Τι πραγματεύεται, εν συντομία, το νέο σας ντοκιμαντέρ;

Κατά κάποιο τρόπο αποτελεί και μια συνέχεια των δύο προηγούμενων ντοκιμαντέρ, διότι ιστορικά έχουμε δει ότι μια τέτοιου είδους κρίση μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο φασισμό, όταν δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Η δική μας οπτική συνδέει το φασισμό με συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που πάντα ήθελαν να τον ενισχύσουν· είτε πρόκειται για μεγάλους βιομήχανους του ’20 και του ’30 στην Ιταλία και στη Γερμανία που χρησιμοποίησαν τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, είτε πρόκειται ακόμα και για την ελληνική ιστορία. Αυτήν την πιάνουμε από την περίοδο της Κατοχής για να περάσουμε στον Εμφύλιο, να δούμε τους συνεργάτες των ναζί, τους μαυραγορίτες, τους ταγματασφαλίτες, και το πώς αυτοί περνάνε και κυριαρχούν στο ελληνικό κράτος. Τους ξαναβλέπουμε να επανεμφανίζονται όταν τους έχει ανάγκη το οικονομικό σύστημα, π.χ. στη δικτατορία. Και βλέπουμε και σήμερα τον φασισμό να σηκώνει κεφάλι στη μεγάλη κρίση. Έχει λοιπόν και ιστορικά στοιχεία το ντοκιμαντέρ, αλλά θέλουμε να δούμε και ποιες είναι σήμερα αυτές οι δυνάμεις που μπορεί να θέλουν να παίξουν ακόμα και το χαρτί του φασισμού.

- Αυτό το σκέλος της ανάλυσης του φασιστικού φαινομένου, δηλαδή η σύνδεσή του με οικονομικές δυνάμεις και συμφέροντα, λείπει από τη σημερινή συζήτηση;

Ναι, λείπει, και πρέπει να ξαναθυμίσουμε στον κόσμο κάποια πολύ βασικά πράγματα από την ιστορία της ναζιστικής Γερμανίας ή της φασιστικής Ιταλίας, τα οποία δεν τα μαθαίνουμε στα σχολεία και χωρίς αυτά δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι πραγματικά είναι ο φασισμός. Να πω μόνο ότι ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι μυστικές υπηρεσίες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έκαναν κατά κάποιο τρόπο μια «μαρξιστική» ανάλυση για να καταλάβουν το φασισμό, με την έννοια ότι έδιναν μεγάλο βάρος στους οικονομικούς παράγοντες. Δεν θέλω μ’ αυτό να πω ότι μόνο με την οικονομία μπορείς να καταλάβεις το φασισμό· είναι ένα πολυεπίπεδο φαινόμενο με πάρα πολλούς παράγοντες που παίζουν ρόλο. Εμείς όμως εστιάζουμε στην οικονομία γιατί πιστεύουμε ότι αυτή η διάσταση δεν έχει αναδειχθεί το τελευταίο διάστημα.

- Πώς εξηγείτε την εκλογική έκρηξη της Χρυσής Αυγής;

Δεν θα μπορούσε ένα τέτοιο κόμμα να έχει ανέβει χωρίς την έμπρακτη στήριξη του κρατικού μηχανισμού, των δικαστών που άφησαν όλα τα εγκλήματα χωρίς ουσιαστική τιμωρία, και των μέσων ενημέρωσης που έσπερναν το έδαφος εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Αυτό δεν πρέπει βέβαια να μας οδηγεί σε μια μηχανιστική αντίληψη που λέει ότι κάποιοι κάθονται σε ένα τραπέζι, συνεδριάζουν, αποφασίζουν να ενισχύσουν τη Χρυσή Αυγή, και το κάνουν. Υπάρχουν και πάρα πολλές άλλες συνθήκες, και πρωτίστως το ότι έχει αποτύχει η Αριστερά στο ρόλο της. Έχει αποτύχει να προσφέρει ένα όραμα στον κόσμο, καθώς και συγκεκριμένες εναλλακτικές λύσεις στα προβλήματά του. Αν τα συνδυάσεις όλα αυτά, με κυρίαρχο το ρόλο του κράτους, των οικονομικών συμφερόντων και των ΜΜΕ, μπορεί σε περιόδους κρίσης να δημιουργηθεί πολύ εύκολα ένα τέτοιο μόρφωμα. Και από κάποια στιγμή και μετά αυτό μπορεί να είναι και ανεξέλεγκτο, δεν σημαίνει ότι παραμένει ένα εργαλείο που μπορούν να το ελέγχουν συνεχώς. Αυτό συνέβη και στη Γερμανία του ’30· ξέφυγε από τον έλεγχο αυτών που το δημιούργησαν.

- Σημερινές διασυνδέσεις υπάρχουν ανάμεσα στα οικονομικά συμφέροντα και στη χρηματοδότηση φασιστικών μορφωμάτων;

Δεν μπαίνουμε σε ένα τέτοιου είδους ρεπορτάζ, να προσπαθήσουμε να κάνουμε μια αποκάλυψη πολύ συγκεκριμένη. Κάνουμε μία πολιτική ανάλυση, η οποία μας οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα, όπως π.χ. ότι έχουμε μια ταύτιση απόψεων, δηλώσεων και επιδιώξεων ανάμεσα στη Χρυσή Αυγή και σ’ αυτό που θα αποκαλούσαμε οικονομική ελίτ. Το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή έχει κάνει 140 ερωτήσεις στη Βουλή υπέρ των εφοπλιστών, το ότι στήριξε ιδιωτικοποιήσεις, συγκεκριμένες τράπεζες και συγκεκριμένους επιχειρηματίες, το ότι στρέφεται εναντίον συνδικάτων και προσπαθεί να τα διαλύσει και να τα αντικαταστήσει από κάτι άλλο πιο ελέγξιμο, δείχνει ότι κάποιοι τους χρειάζονται. Αν προσθέσουμε σ’ αυτό ότι ένα κόμμα του 0,2% δεν μπορεί ξαφνικά να διαχειριστεί μια τέτοια επιτυχία αν δεν έχει τεράστια κεφάλαια από πίσω του - είναι προφανές ότι υπάρχει μια χρηματοδότηση πέρα από τις χορηγίες των υποστηρικτών - νομίζω ότι αυτό δημιουργεί πολλά ερωτηματικά. Εμείς θέτουμε τα ερωτήματα και δίνουμε και κάποιες απαντήσεις μέσω της πολιτικής ανάλυσης.

- Μιλήσατε για αποτυχία της Αριστεράς στο ρόλο της. Πού οφείλεται αυτή;

Καταρχήν στο σεχταρισμό της. Ασκώντας κριτική στην Αριστερά συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου, και πολύ κόσμο που αγαπώ και θαυμάζω. Υπάρχει ένας σεχταρισμός, και μια Αριστερά «του καναπέ» που είναι πολύ καλή στην ανάλυση και στην πρόβλεψη της κρίσης - έκανε εξαιρετική δουλειά. Όμως, όταν έπρεπε να δοθεί μια ριζοσπαστική απάντηση, εκεί ή έκαναν πίσω, ή δεν μπορούσαν να κάτσουν σ’ ένα τραπέζι και να συμφωνήσουν στα απολύτως στοιχειώδη κοινά σημεία δράσης. Μετά, μια Αριστερά που θέλει να παρέμβει προς όφελος του λαού, κατεβαίνει και στο λαό, κάτι που έκανε και η Χρυσή Αυγή - ψευδεπίγραφα βέβαια - μοιράζοντας τρόφιμα και κατεβαίνοντας στους δρόμους. Προφανώς και ήταν ένα σόου όλο αυτό, αλλά η Αριστερά δεν έκανε ούτε καν αυτό, ούτε το σόου. Ήταν πολύ εύκολο να λέμε «α, αυτοί οι φασίστες οι κάτοικοι στον Άγιο Παντελεήμονα…» αλλά έπρεπε να είσαι και κάτω στο δρόμο για να δεις ποια είναι τα προβλήματα και γιατί καταφέρνει να κερδίζει κόσμο η Χρυσή Αυγή, κάτι το οποίο δεν το κάναμε.

- Οι Last Drive υπογράφουν τη μουσική του ντοκιμαντέρ. Πώς κι έτσι;

Ακολουθούμε ένα μοντέλο που είχαμε και στα δύο προηγούμενα ντοκιμαντέρ. Υπάρχει πάντα η μουσική «καρδιά» που είναι ο Ερμής Γεωργιάδης και, παράλληλα, αγαπημένα συγκροτήματα παίρνουν σχεδόν μόνοι τους την πρωτοβουλία να μας δώσουν μουσική. Είχαμε τον Γιάννη Αγγελάκα στο Debtocracy, τον B.D. Foxmore στο Catastroika, και τους Last Drive τώρα στο Φασισμός Α.Ε. Είμαστε πολύ χαρούμενοι και περήφανοι που οι Last Drive μας δίνουν τη δουλειά τους γι’ αυτό το ντοκιμαντέρ.

- Ευρύτερα, πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει σαν βήμα αντίστασης προς το φασισμό;

Η τέχνη μπορεί να δείξει τι υπάρχει από κάτω, μες στην κοινωνία, που πολλές φορές να μην είμαστε σε θέση να το αντιληφθούμε. Υπό αυτή την έννοια έχει τρομερή δύναμη. Δεν δημιουργεί εξελίξεις η τέχνη, αλλά είναι απαραίτητη γιατί τις αναδεικνύει και τους δίνει άλλο νόημα. Και βέβαια ο αντι-φασισμός έχει βγάλει τρομερά τραγούδια, όπως αυτά που ακούσαμε και στη συναυλία Rock Against Fascism στο Gagarin.

- Πώς βλέπετε τον δικό σας κοινωνικό ρόλο ως ντοκιμαντερίστας;

Όχι ως κάτι το ιδιαίτερο. Απλώς, έχουν γίνει πολύ δύσκολες οι συνθήκες για τη δημοσιογραφία, σχεδόν ημι-δικτατορικές - κατρακυλήσαμε 50 θέσεις στην κατάταξη της ελευθεροτυπίας παγκοσμίως. Έτσι, πράγματα που παλαιότερα θα ήταν αυτονόητο ότι θα έκανε ένας δημοσιογράφος πλέον θεωρούνται «δύσκολα», «εναλλακτικά», κλπ. Τη δουλειά μας κάνουμε, τίποτε διαφορετικό.





Η παράσταση χορού "Βορέαδες" στο θέατρο Ροές




Δελτίο τύπου

Η Creo Dance Company παρουσιάζει για δεύτερη χρονιά στην Αθήνα την παράσταση χορού «Βορεάδες» στο Θέατρο Ροές (Ιάκχου 16, Γκάζι) στις 4, 11, 18 και 25 Φεβρουαρίου 2019 και ώρα 21.00.

Μετά από ένα κύκλο επιτυχημένων παραστάσεων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Ηράκλειο, Κρήτης και Τρίπολη, η ομάδα σύγχρονου χορού Creo επανέρχεται και για τις τέσσερις Δευτέρες του Φεβρουαρίου παρουσιάζει τους «Βορεάδες» στο Θέατρο Ροές.

Η παράσταση αποτελεί προϊόν της κινητικής έρευνας «απόγειος», η οποία τελεί υπό την Αιγίδα και Υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού από τον Ιούνιο του 2017 και διεξάγεται από τη χορογράφο από το 2014.

Οι «Βορεάδες» είναι μια προσπάθεια να γνωρίσει το σύγχρονο χορό το ευρύ κοινό, καθώς οι εντυπώσεις των θεατών του πρώτου κύκλου παραστάσεων έχουν αποδείξει ότι η παράσταση έχει τη δύναμη να αγγίξει το μυαλό και την καρδιά των θεατών και να τους εμπνεύσει ένα «αίσθημα χορού».

Η χρήση οικείων ερεθισμάτων και εικόνων, μέσα από την παράδοση, φέρνουν στο έργο την αίσθηση της κοινότητας. Η ίδια η παράσταση άλλωστε μιλά για τη δημιουργία μιας νέας κοινότητας, μιας νέας πόλης που «χτίζουν» οι χορευτές μέσα από αλλεπάλληλες προσπάθειες επικοινωνίας.

Οι Βορεάδες, χορευτές της παράστασης, συναντιούνται τον καιρό της σύγχρονης Βαβέλ, τον καιρό που όλοι μιλούν για το τέλος της ιστορίας, για το τέλος κάθε βεβαιότητας. Συναντιούνται για να κοινωνήσουν μια νέα γλώσσα που έχει τις ρίζες της στο παρελθόν και επιθυμεί να επαναπροσδιορίσει το μέλλον. Χαρτογραφούν μια αέναη προσπάθεια συνύπαρξης αλλά και νέους τρόπους συνεννόησης. Με παλλόμενα πέλματα υφαίνουν τους ρυθμούς των χορών τους και γεννούν την «απόγειο» κίνηση. Την κίνηση που ταξιδεύει ανοδικά από τη γη προς τους κορμούς. Τους κορμούς που ακούν και γέρνουν και απλώνουν τα χέρια ως κλαδιά για αγγίγματα, ως κραυγές στον χώρο. Κρατώντας ο ένας το βήμα του άλλου φέρνουν τον χώρο σε περιδίνηση, σωριάζουν το τοπίο και οικοδομούν τη νέα πόλη. Οι Βορεάδες σαν χορός αρχαίας τραγωδίας αποτυπώνουν τη λειτουργία του συνόλου και γίνονται ο καθρέφτης της κοινότητας.

Οι κινητικές προτάσεις της παράστασης αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα της νέας γλώσσας που προτείνει η έρευνα και θα επαληθεύουν τις αναζητήσεις και τη μεθοδολογία της. Η πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Μπάμπη Παπαδόπουλου συμπληρώνει την κίνηση ακολουθώντας το ερευνητικό ταξίδι των σωμάτων.

Στο θέατρο το κοινό μπορεί να γνωρίσει πιο βαθιά την έρευνα μέσα από το Τεύχος 3 του Περιοδικού Λόγου και Κριτικής «το έρμα» και να απολαύσει τη μουσική της παράστασης στο νέο άλμπουμ του Μπάμπη Παπαδόπουλου «Μουσική για την παράσταση χορού Βορεάδες».

TEASER

Συντελεστές:
Χορογραφία – Έρευνα: Πωλίνα Κρεμαστά
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Μπάμπης Παπαδόπουλος
Χορευτές: Γιώργος Αμέντας, Ερικέτη Ανδρεαδάκη, Θένια Αντωνιάδου, Ελένη Βλάχου, Αγγελική Δαλαγγέλη, Ραλλού Καρέλλα, Ναταλία Μπάκα, Γιάννης Σταυρόπουλος, Στέλλα Τριπολιτάκη
Βοηθός χορογράφου: Θένια Αντωνιάδου
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Σύμβουλος δραματουργίας: Ορέστης Τάτσης
Φωτογραφίες: Γιάννης Ζινδριλής, Χριστίνα Ντάκου, Θοδωρής Τσάμης
Σχεδιασμός έντυπου υλικού: Ευγενία Κόττικα
Promo trailer: Χρυσάνθη Μπαδέκα
Επικοινωνία: Άρης Ασπρούλης

Μέρες παραστάσεων: 
Δευτέρες: 4, 11, 18 και 25 Φεβρουαρίου 2019 
Ώρα: 21.00
Διάρκεια: 60 λεπτά 
Τόπος: Θέατρο Ροές, Ιάκχου 16, Γκάζι, Αθήνα

Εισιτήρια:
Κανονικό: 15 ευρώ
Μειωμένο (ανέργων, φοιτητικό, κάρτα Σωματείου Εργαζομένων στον χώρο του χορού): 10 ευρώ
Ομαδικά (8 άτομα και άνω): 10 ευρώ

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Εφτά τραγούδια για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ




Εφτά τραγούδια για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ


«Έλεγε την αλήθεια στους φτωχούς / γι’ αυτό κι οι πλούσιοι τη σκοτώσαν».



επιμέλεια: Ηρακλής Οικονόμου

1η δημοσίευση: Το Περιοδικό

100 χρόνια από τη δολοφονία της Ρόζα Λούξεμπουργκ, και το ελληνικό τραγούδι έχει ήδη φροντίσει για το πώς πρέπει να τιμούμε τη μνήμη της μεγάλης Γερμανίδας θεωρητικού και επαναστάτριας - τραγουδώντας την! Απ’ τον Μάνο Ελευθερίου μέχρι τον Μάνο Χατζιδάκι, από τον Θάνο Μικρούτσικο μέχρι την Ελένη Καραΐνδρου, κι από τη Μαρία Δημητριάδη μέχρι τον Δημήτρη Μητροπάνο, μια σειρά μεγάλων καλλιτεχνών συνετέλεσαν ώστε το όνομα και η κληρονομιά της «κόκκινης Ρόζας» να συνδεθούν με σημαντικές στιγμές του ελληνικού τραγουδιού. Βεβαίως, το θέμα, όπως πάντα, δεν είναι ποιος μιλάει ή τραγουδάει, αλλά ποιος ακούει…











Ρόζα Λούξεμπουργκ
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη
Δίσκος: Τροπάρια για Φονιάδες (1977)

Μπλουζάκι χίπικο και παντελόνι τζιν
και στην καρδιά ζωγραφισμένος ο Γκεβάρα.
Στα πορνοστάσια με ουίσκι και με τζιν
παίζουν αλέγκρο την καρδιά μου σε κιθάρα.

Άι, Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ’χω φυλαγμένα
πάνω στο κάρο σ’ είδα στα εννιακόσια εφτά.
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως τού εικοσιένα
κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά.

Φυλλάδες κίτρινες και πράσινη χολή
τα νιάτα σου, τα νιάτα μου κι οι εμπόροι.
Χρυσό πουλάκι δίχως το κλουβί
για σένα κάνουν τον αγώνα οι τζογαδόροι.

Άι, Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ’χω φυλαγμένα
πάνω στο κάρο σ’ είδα στα εννιακόσια εφτά.
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως τού εικοσιένα
κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά.









Επιτάφιος για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ
Ποίηση: Μπέρτολτ Μπρεχτ
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας & Θάνος Μικρούτσικος
Δίσκος: Μουσική Πράξη στον Μπρεχτ (1978)

Η κόκκινη Ρόζα χάθηκε κι αυτή
κανείς δεν ξέρει
πού το κορμί της παραχώσαν.
Έλεγε την αλήθεια στους φτωχούς
γι’ αυτό κι οι πλούσιοι τη σκοτώσαν










Τρεις Ρόζες ή το τέλος του ονείρου
Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Μαρίνα Ευστρατίου, Βασίλης Λέκκας, Ηλίας Λιούγκος, Έλλη Πασπαλά, Ντορίνα Σακαλή
Δίσκος: Πορνογραφία (1982)

Τρεις Ρόζες ζήσαν μια φορά
η καθεμία χωριστά
κι όλες μαζί μου ψάλανε
αρχαίες ωδές του Ομήρου
μου σφράγισαν την πόρτα μου
στο τέλος του ονείρου.

ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ
Την ερημιά μου σφράγισε ο καιρός
μ’ άρπαξε μέσα του ο λαός
κι ήρθαν τα αίματα
πάθη και ψέματα
μ’ άφησε μόνη ο Θεός
απλώνει χιόνι στο στρώμα μου
άδειο το σώμα μου
έσβησε μέσα μου το φως.

ΡΟΖΑ ΕΣΚΕΝΑΖΥ
Κάθε βράδυ με φωνάζει
και ξαπλώνει δίπλα μου νεκρός.
Είναι ο άντρας μου
είναι ο γιος
μα δεν ξέρω ποιος
με τα χέρια του
στο λαιμό
μου ξυπνάει παλιό καημό

ΡΟΖΑ ΜΠΛΟΥ
Όλοι με λένε Ρόζα Μπλου
μα όλοι κοιτάνε κάπου αλλού
ίσως δεν ξέρουν να με βρουν
κι εγώ δακρύζω κι απορούν.

(…)









Im Toten Wald (Στο νεκρό δάσος)
Ποίηση: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Χορωδία: Rundfunkchor Berlin, Σολίστ: Joachim Vogt, Jürgen Freier, Hermann Christian Polster, Αφήγηση: Friedrich Wilhelm Junge
Δίσκος: Sadduzäer-Passion (Κατά Σαδδουκαίων Πάθη - 1983)

Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Ανάβω τα χλωμά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν' αναστήσω.
Τα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
το ονόματα που οδήγησαν
όλα δολοφονούνται.
Τώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσσονται χειραψίες
φρικτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές υποκλίνονται.
Τώρα πεθαίνουν.

Ω Ρόζα Λουξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές.
Ω Τέλμαν, Τάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες
δαφνοστεφείς ήρωες
μυικά πρόσωπα
ελάτε.

Οι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν ερωτιάρες γάτες
πάνω στις στέγες μας
οι πρόεδροι ανταλλάσσουν επισκέψεις
οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας
μας περιπαίζουν.

Εγώ έχω μέσα στη θύμηση μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
«Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ».
Έχω στη θύμηση μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Μαγιακόφσκυ που πυροβολούσε τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.

Πως βγήκανε πάλι απ’ αυτή τη φωτιά
ο Κος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Κος πρέσβυς;
Και τώρα τι πρέπει να γίνει
σ’ αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ’ αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;
πως θα ξαναβαφτισουμε τις πυρκαγιές
«Ελευθερία», «ισότητα», «εξουσία»;









Ρόζα
Στίχοι: Χριστόφορος Χριστοφής
Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου
Ερμηνεία: Ελένη Καραΐνδρου
Δίσκος: Ρόζα / Περιπλάνηση (1996)

Τ’ όνομά μου είναι Ρόζα
είμαι το τραγούδι της ψυχής
πάνω από τις στέγες των σπιτιών
πέρα από τον άνεμο.

Θέλησα ν’ αλλάξω τον κόσμο
κι έγινα το τραγούδι
για να σώσω τ’ όνειρο
πέρα από τον άνεμο.

Ο πατέρας μου έλεγε:
«Ρόζα είσαι η θύελλα»
η μητέρα μου έλεγε:
«Ρόζα είσαι το σύννεφο»
τ’ αδέρφια μου φώναζαν:
«Ρόζα είσαι η Επανάσταση»

Κι έγινα η Ρόζα
για να σώσω τ’ όνειρο
κι αγάπησα πολύ
πίστεψα πολύ.

Δεν ανήκω πια σ’ αυτόν τον κόσμο
τ’ όνομά μου είναι Ρόζα
τ’ όνομά μου είναι Ρόζα








Ρόζα
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Στου αιώνα την παράγκα (1996)

Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα
γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό
περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα
και συ μου λες μας περιμένει η μπόρα
και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό

Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο
μα τα κελιά μας είναι χωριστά
σε πολιτεία μαγική γυρνάμε
δε θέλω πια να μάθω τι ζητάμε
φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά

Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις
σε ένα παραμύθι εφιαλτικό
φωνή εντόμου τώρα ειν’ η φωνή μου
φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου
με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό

Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί

Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι
πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός
περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα
και γω μέσ’ στην ομίχλη και τη μπόρα
κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός

Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί









Το καθεστώς των αριθμών
Στίχοι-Μουσική-Ερμηνεία: Magic de Spell
Δίσκος: Μια απάντηση (2013)

Το καθεστώς των αριθμών
ο φασισμός των ισχυρών
με αριθμούς μπορούν
να πετύχουν τους στόχους
με αριθμούς μπορούν
να ρημάξουν ανθρώπους
με αριθμούς μπορούν
να κερδίσουν πολλά
με αριθμούς μπορούν
να έχουν θύματα παιδιά

Μα δεν μπορούν να φιμώσουν το Γκάντι
δε μπορούν να ξεγράψουν το Ρήγα
δε μπορούν να σβήσουν το Σπάρτακο
και δεν μπορούν να σκοτώσουν τη Ρόζα

Με αριθμούς μπορείς;
Χωρίς αυτούς εμείς
θα πάμε στα χωράφια
θα δούμε ανατολή
θα πιούμε απ’ τα ποτάμια
στον αέρα στη βροχή
θα φυτέψουμε δέντρα
θα τα κάψουν αυτοί
γιατί έτσι μπορούν
να πεθαίνεις, να ζουν

Μα δεν μπορούν να φιμώσουν το Γκάντι
δε μπορούν να ξεγράψουν το Ρήγα
δε μπορούν να σβήσουν το Σπάρτακο
και δεν μπορούν να σκοτώσουν τη Ρόζα

Στη δύση της μέρας
στο κέντρο της νύχτας
ορμάει το σκυλί
αλάτι στην πληγή
με αριθμούς μπορείς;
Χωρίς αυτούς εμείς
θα δούμε ανατολή
στον αέρα στη βροχή

Μα δεν μπορούν να φιμώσουν το Γκάντι
δε μπορούν να ξεγράψουν το Ρήγα
δε μπορούν να σβήσουν το Σπάρτακο
και δεν μπορούν να σκοτώσουν τη Ρόζα