Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Βασίλης Χουλιαράς: Στην αρχή






Στην αρχή


Στην αρχή ήσουν λέξεις· πριν ακόμα γίνεις κορίτσι και κουβέντα, και μετά γυναίκα και φιλί. Έγινες έρωτας, και κορμιά να ιδρώνουν σε κάμαρες και αμμουδιές. Ματιές που δε λέγαν να ξεκολλήσουν και μικρές ανασφάλειες. Αγκαλιές και γλυκόλογα και ηλιοβασιλέματα. Βλέμματα που ψάχναν την άκρη του ορίζοντα λες και ψάχναν το μυστικό του κόσμου -με σφιχτά ενωμένα τα χέρια- και όρκοι και υποσχέσεις και δάκρυα αγάπης. Χέρια που έτρεμαν και παλάμες που ίδρωναν σε κάθε μικρό αποχωρισμό, σε κάθε μικρό αντίο, σε κάθε που προοιώνιζε το τέλος. Το τέλος.


Και τώρα που έχεις απομείνει ανάμνηση, και σε λίγο ίσως ούτε καν αυτό, να που ξανάγινες λέξεις -αυτές εδώ- μόνο που πια είναι δικές μου, και δεν ξέρω τι να τις κάνω.


Βασίλης Χουλιαράς
Ο Φάρος του Σόρενσον, Θράκα, 2018.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Ο Στέφανος Ρόκος ζωγραφίζει Nick Cave στη μουσική-εικαστική συνεργασία της χρονιάς





«Πολύ καιρό μετά την πρώτη ακρόαση του «No More Shall We Part», οι εικόνες που είχαν διαμορφωθεί μέσα μου όταν πρωτοάκουσα τα τραγούδια του δίσκου ήξερα ότι με ακολουθούν ακόμη.


Έτσι, το 2015, ωριμότερος πλέον καλλιτεχνικά, αποφάσισα ότι, για όσο καιρό χρειαζόταν, θα αφιερωνόμουν εξ ολοκλήρου στην υλοποίηση μιας ιδέας την οποία επεξεργαζόμουν επί χρόνια: στόχος μου ήταν να επιχειρήσω μια απολύτως προσωπική εικαστική προσέγγιση του άλμπουμ «No More Shall We Part», δημιουργώντας δεκατέσσερα ζωγραφικά έργα εμπνευσμένα από τα ισάριθμα κομμάτια του δίσκου – τα δώδεκα τραγούδια του και τα δύο b-sides που κυκλοφόρησαν με τη limited edition του άλμπουμ.



Στη συνέχεια, τα έργα αυτά θα τα μετέφερα πολύ προσεκτικά σε ένα καλλιτεχνικό βιβλίο, το οποίο θα εξέδιδα με δική μου επιμέλεια. Το πρότζεκτ αυτό αποτελεί και την κατάθεση της προσωπικής μου πρότασης για τη διαλεκτική σχέση που είναι δυνατόν να αναπτυχθεί ανάμεσα σε δύο μορφές τέχνης οι οποίες ανέκαθεν συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα της καλλιτεχνικής μου έκφρασης και δημιουργίας».


Στέφανος Ρόκος



* “Stefanos Rokos: Nick Cave & The Bad Seeds’ No More Shall We Part, 14 paintings 17 years later” η έκδοση και η έκθεση.
* Κυκλοφορία λευκώματος: 3 Απριλίου, 2019
* Έκθεση: 3 Απριλίου - 19 Μαΐου, 2019 στο Μουσείο Μπενάκη/ Πειραιώς 138

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

Ο Δημήτρης Μαραμής για το έργο "Οι Στοιχειωμένοι"







«[…] Στους Στοιχειωμένους έχουμε να κάνουμε με την προφορική παράδοση, με την ποίηση που σμιλεύτηκε και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα μέσα στους χειμώνες της ιστορίας του τόπου μας. Ο τραγικός ποιητής είναι εδώ ο ανώνυμος λαός. Μέσα στα δημοτικά τραγούδια Του γιοφυριού της Άρτας και Του νεκρού αδελφού κρύβονται οι αρχέγονοι μύθοι που γέννησε ο πρωτόγονος ψυχισμός του ανθρώπου στο ξημέρωμα της ιστορίας του. Δεσμοί αίματος, σχέσεις μάνας και κόρης, μάνας και γιου, αδερφής και αδερφού, άντρα και γυναίκας, εραστή και ερωμένης.

Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να αποδεχθεί συναισθηματικά τον θάνατο, δεν αποδέχεται ποτέ το τέλος, κι ας του υπενθυμίζει η λογική πως είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να νικήσει. […]

Στους Στοιχειωμένους η συνθετική γλώσσα δομείται σε μια συνεχόμενη κι έντονα χορευτική μουσική, που ποικίλλει από διαφορετικούς κι εναλλασσόμενους ρυθμούς και χαρακτηρίζεται από ακατάπαυστη ροή μελωδικών σχημάτων. Πριν ξεκινήσω τη σύνθεση των Στοιχειωμένων έκανα μια αρκετά μεγάλη έρευνα στη μουσική παράδοση της χώρας μας, αλλά και της ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και της Μεσογείου, συλλέγοντας στοιχεία με τα οποία εμπλούτισα το προσωπικό μου μουσικό ιδίωμα. Έγραψα μουσική με στόχο να υπηρετήσει τη δραματουργία των παραπάνω δημοτικών ποιημάτων. Για την ενορχήστρωση επέλεξα κυρίως ξύλινα και χάλκινα πνευστά, ώστε να βρίσκονται πιο κοντά στον διονυσιακό και παγανιστικό ήχο της υπαίθρου. Όσον αφορά στους οχτώ ερμηνευτές του έργου, οδηγήθηκα σε αυτούς με κριτήριο το γήινο χρώμα της φωνής τους. Μολονότι προέρχονται από διαφορετικούς μουσικούς χώρους, διακρίνονται όλοι για την αμεσότητα και την αυθεντικότητα της ερμηνείας τους […]».

Δημήτρης Μαραμής






Δημήτρης Μαραμής

Οι Στοιχειωμένοι


Σύγχρονο ελληνικό μιούζικαλ

Παραγγελία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών
Βασισμένο στα αυθεντικά δημοτικά τραγούδια Το γιοφύρι της Άρτας, Του νεκρού αδελφού και Το στοιχειό της Χάρμαινας σε ποίηση Σωτήρη Τριβιζά
Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου, Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019, 20:00
Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

Συνέντευξη με τον Στέλιο Τσουκιά





Στέλιος Τσουκιάς:


«Σημασία έχει ο άνθρωπος χωρίς όρια και στεγανά»



Έχει κυκλοφορήσει μόλις δύο τραγούδια - μια διασκευή στο «Άστα τα μαλλάκια σου» και το πολύ δυνατό «Μη μου μιλάτε για χορούς» σε στίχους & μουσική του Κώστα Γεωργιάδη - αλλά είναι εμφανές ότι κάτι συμβαίνει εδώ, κάτι ιδιαίτερο και πολύ ενδιαφέρον. Το πιθανότερο είναι ότι η περίπτωσή του θα μας απασχολήσει ξανά, και σύντομα. Μια μέρα πριν την εμφάνισή του στον Σταυρό του Νότου, τον εντοπίσαμε κάπου μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας για μια πρώτη, σύντομη γνωριμία μαζί του. Ο Στέλιος Τσουκιάς!


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου


Πώς κι ένας νέος άνθρωπος της εποχής μας στρέφεται στο «Άστα τα μαλλάκια σου» και αντλεί έμπνευση απ’ αυτό;

Η ελληνική μουσική έχει τεράστια κληρονομιά. Στην προκειμένη μιλάμε για δύο εξαιρετικούς τραγουδοποιούς, τον Μιχάλη Σουγιούλ και τον Αλέκο Σακελλάριο, οι οποίοι μαζί με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο συνέθεσαν ίσως μία από τις πιο γνωστές καντάδες του ελληνικού τραγουδιού. Η βάση τέτοιων κομματιών είναι τόσο δυνατή που τα κάνει αυτόματα διαχρονικά. Βέβαια, είμαι επηρεασμένος και από την εποχή που έπαιζα παλιά λαϊκά ως φοιτητής και καταπιάστηκα με πολλά αρχοντορεμπέτικα.







Αμέσως παρατηρεί κάποιος ότι δεν μιλάμε απλώς για μια διασκευή αλλά για έναν πραγματικό μουσικό μετασχηματισμό. Ποιες είναι οι βασικές μουσικές επιρροές σας;

Η αλήθεια είναι πως έχουν γίνει πολλές επανεκτελέσεις τα τελευταία χρόνια. Ορθά αναφέρατε όμως πως ο τρόπος που προσέγγισα το τραγούδι δεν αφορούσε μία επανεκτέλεση, αλλά την ανασύνθεση της μουσικής. Αυτό κυρίως με έκανε να αποφασίσω να το κυκλοφορήσω, καθώς είχε την προσωπική μου σφραγίδα. Οι επιρροές μου ποικίλουν αρκετά. Ξεκινούν θα έλεγα από τον Bob Marley και τον Παύλο Σιδηρόπουλο στην εφηβεία μου, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Γιάννη Αγγελάκα λίγο αργότερα, τον μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, μέχρι τον Goran Bregovic και τον Χavier Rudd από την Αυστραλία. Ζώντας τα τελευταία 4 χρόνια στο Λονδίνο έχουν ανοίξει οι μουσικοί ορίζοντες και ακούω πια ήχους από όλο τον κόσμο.

Το βίντεο-κλιπ (στο οποίο συμμετέχει μια συγκλονιστική Μαρία Αλιφέρη) αποπνέει μια έντονη αίσθηση μοναξιάς και φθοράς. Σας απασχολεί το πέρασμα του χρόνου;

Η Μαρία είναι μία εξαιρετική καλλιτέχνιδα, αλλά μέσα από τη συνεργασία μας είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και τον υπέροχο χαρακτήρα της. Κάθε φορά που ανταλλάσσουμε ιδέες για την τέχνη πραγματικά την ακούω με μεγάλη προσοχή. Η ιδέα ήταν να γεφυρώσουμε το παλιό με το νέο, το παρελθόν και το παρόν. Μέσα από την ιδιαίτερη φιγούρα της βίωσα όλο το παραπάνω στα γυρίσματα. Ένιωσα ότι ο χρόνος μας είναι πεπερασμένος, ότι υπάρχει ένας κύκλος που ανοίγει και κάποια στιγμή κλείνει. Λίγο-πολύ είδα τη ζωή, τη νοσταλγία αλλά και τη σοφία μέσα από τη ματιά της Μαρίας.

Οι επιστροφές σε γνωστά τραγούδια του παρελθόντος τείνουν να αναδειχθούν σε κυρίαρχο ρεύμα στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Η συγκεκριμένη τάση είναι απλώς μια συνταγή εμπορικής επιτυχίας, ή εκφράζει και κάποιο ευρύτερο καλλιτεχνικό αίτημα;

Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει και δεν είναι απαραίτητα κακό, αρκεί να γίνεται με μέτρο. Το ιδανικό είναι να χρησιμοποιούμε εργαλεία του παρελθόντος και να δημιουργούμε κάτι δικό μας. Πάντα θα είμαστε επηρεασμένοι από κάτι, δεν υπάρχει παρθενογένεση.

Πρόσφατα παρουσιάσατε στο Λονδίνο ένα αφιέρωμα στον Παύλο Σιδηρόπουλο. Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον και η αγάπη σας για τον συγκεκριμένο ροκ καλλιτέχνη;

Μεγάλωσα με τα τραγούδια του. Τα «Μπλουζ του Πρίγκιπα» έπαιζαν ασταμάτητα στο κασετόφωνο μου. Είχαν μόνο μία κιθάρα, οπότε ήταν εύκολο να τα μάθω. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος με άγγιζε και με αγγίζει ακόμα. Μου αρέσουν οι καλλιτέχνες των οποίων η τέχνη έχει κοινωνικό ή πολιτικό αντίκτυπο. Εξ ου και η αγάπη μου για τον Bob Marley. Γνωρίζοντας ότι η μουσική του αποτελούσε πηγή έμπνευσης έναντι του καθεστώτος της τότε Τζαμάικας, αντιλαμβανόμουν ότι πρόκειται για μία  πνευματική ψυχαγωγία που έχει σκοπό την κάθαρση. Θα μπορούσα να μιλώ και για τους δύο για ώρες.

«Μη μου μιλάτε για χορούς» - το δεύτερο τραγούδι σας που κυκλοφόρησε μόλις πριν από λίγες μέρες. Τι κρύβεται πίσω από τις φιγούρες που εναλλάσσονται στο βίντεο-κλιπ, και στο τραγούδι το ίδιο;


Το «Μη Μου Μιλάτε Για Χορούς» έχει πραγματικά ό,τι αγαπώ από τις μουσικές μου επιρροές. Είμαι πολύ χαρούμενος γι αυτήν τη δουλειά και για την οπτικοποίηση. Το Λονδίνο με έκανε να νιώσω ακόμα πιο έντονα πως όλοι είμαστε ένα και σημασία έχει ο ίδιος ο άνθρωπος χωρίς όρια και στεγανά. Τόσο απλό, κι όμως φαίνεται περίπλοκο σε πολλούς ακόμα και το 2019.





Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Νίκος Τουλιάτος: "Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον;' (20)




Ζούμε στο απόλυτο τίποτα…

Περίοδος απραξίας, χωρίς έμπνευση και οράματα που κρατάει χρόνια τώρα.

Συντηρητισμός και φόβος για αλλαγές.

Μεγαλώσαμε; τι μας κρατάει και ζούμε χωρίς ανατροπές; δεν μου αρέσουμε – μισώ την ζωή μας για όλα αυτά που δήθεν λέμε και για όλα αυτά που δεν κάνουμε.

Δεν έχουμε το κουράγιο ούτε να κυλιστούμε στην λάσπη, στην διαφθορά, αφηνόμαστε να μας παρασύρουν τα γεγονότα και οι αποφάσεις των άλλων. Όλα και όλοι μας γυρίζουν πίσω, κλωθογυρίζουμε μέσα στα σκατά μας, και σε ότι δεν αποφασίζουμε να πραγματοιήσουμε, αλλά βρίσκουμε δικαιολογίες για όλα, και κυρίως για την απραξία μας.

Κάναμε τα παιδιά μας φοβισμένα, αγχωμένα, παχύσαρκα, συντηρητικά, λες και τα τιμωρούμε για κάτι που φταίνε τα ίδια, ή μήπως βγάζουμε τις ανασφάλειες μας; Τα χρόνια που νομίζουμε ότι χάσαμε και δεν ζήσαμε τα αποζημιώνουμε με υπερκατανάλωση και φοβίες.

Περιτριγυριζόμαστε όλοι από ανθρώπους που δεν έχουν να πουν πια τίποτα; ή δεν καταλαβαίνουμε γιατί έχουμε σηκώσει τείχος; είναι φυσική συνέπεια ή απομόνωση; Είναι χαρακτηριστικό της ζωής των ανθρώπων; είναι αποτέλεσμα της καθημερινότητας της ζωής ο μοναχικός δρόμος;

Καθημερινός αυνανισμός σωματικός και πνευματικός.

Εκσπερματώνουμε υγρά και σκέψεις στην χούφτα μας, δεν αφορούν κανένα, ή μήπως δεν θέλουμε πια να αφορούν κανένα άλλον. Προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να ξεπεράσουμε τις αναστολές μας. Μας αρέσει η μοναξιά αλλά όχι και η μαγκιά της μοναχικής ζωής. Χαμένοι μέσα στις σκέψεις μας, στην υπερκατανάλωση, αλλά μέσα σε κόσμο σε πολύ κόσμο.

Έχουμε σκύψει το κεφάλι και δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τα χτυπήματα της εξουσίας σε όλη την φασιστικού τύπου καθημερινότητα, ή οποία εκφράζεται σε μικρές λεπτομέρειες που ακόμα και σε σκεφτόμενους πολίτες πολλές φορές φαίνονται αμελητέες.

Μεταμορφωνόμαστε σε πολίτες χαφιέδες. Αυτή η αντίληψη που στήνεται συστηματικά από το δημοτικό σχολείο και περνάει λίγο – λίγο στην καθημερινότητα. Τα μπλόκα στο ΜΕΤΡΟ της Αθήνας με ύφος δυνάμεων κατοχής, για έλεγχο των εισιτηρίων όχι για να μπεις στο τραίνο άλλα να κατέβεις στην αποβάθρα, (καινούργιο φρούτο), η ιδιωτική εταιρεία που με αντισυνταγματική υπουργική απόφαση ελέγχει τους επιβάτες στο αεροδρόμιο, οι οποίοι το δέχονται πια σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Από πότε πολίτες μπορούν να ελέγχουν πολίτες; και χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιοι είναι αυτοί, και με ποια κριτήρια έχουν προσληφθεί να κάνουν αυτή την δουλειά. Έχουμε άραγε συνειδητοποιήσει ότι όλο και περισσότεροι πολίτες φοράνε στολή; Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι έχουμε αρχίσει να μεταμορφωνόμαστε σε ένστολη κοινωνία; – Aστυνομία, Τροχαία, Τροχαία εθνικών οδών, Ειδικές Δυνάμεις, ΜΑΤ, ΜΥΚ, ΜΕΑ, Ειδικοί φρουροί, Ο.Π.Κ.Ε., Υ.Μ.Ε.Τ. κ.α. Δημοτικές Αστυνομίες, εκατοντάδες ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας που οι περισσότερες ντύνουν τους υπαλλήλους τους με στολές εκστρατείας κλπ. Οι μισοί πολίτες φυλάνε ή ελέγχουν; τους άλλους μισούς, από ποιους άραγε; Ζούμε μέσα σε ένα κλίμα απίστευτης καθημερινής κρατικής τρομοκρατίας και το αστείο είναι ότι κάποιοι νομίζουν ότι είναι και ασφαλείς. Οι κάμερες, τα κινητά, το διαδίκτυο, οι πιστωτικές από όπου μας παρακολουθούν καθημερινά, τα δάνεια που μας έχουν δέσει χειροπόδαρα και δεν τολμάμε να αγωνιστούμε, να διεκδικήσουμε για να μην χάσουμε την ψεύτικη δήθεν καλή ζωή μας. Έχουμε μετατραπεί σε σύγχρονους σκλάβους.

Η εξουσία προσβάλλει καθημερινά τους πολίτες με τους παραπάνω τρόπους, μήπως δεν μας προσβάλλουν οι τρομοκράτες των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας στους δρόμους με τις σιδηρόφρακτες στολές με ύφος ράμπο με τα όπλα στα χέρια και βέβαια με την απαράδεκτη και αγενέστατη συμπεριφορά.

Είμαστε εν δυνάμει όλοι οι πολίτες τρομοκράτες. Έτσι μας αντιμετωπίζουν. Η αναξιοπρέπεια, η έλλειψη σεβασμού είναι καθημερινή πρακτική και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Είναι γνωστό πια ακόμα και για τις εταιρείες που υποχρεώνονται οι υπάλληλοι να τραγουδάνε τον ύμνο της εταιρείας κ.α, στρατιωτικού τύπου γυμνάσια. Μήπως το οχτάωρο δεν έχει ήδη καταργηθεί;

Δεν μας ενδιαφέρει πια να πούμε σε κανένα τίποτα. Δεν μοιράζουμε τις σκέψεις μας. Ο καθένας κουβαλάει το τομάρι του, τις σκέψεις του, τον χαρακτήρα του.

Δεν θέλουμε πια να αναλωνόμαστε σε κουβέντες που πιθανόν νομίζουμε αδιέξοδες, δεν μας ενδιαφέρει ο τρόπος αντίδρασης των άλλων σε αυτά που κατανοούμε ούτε και οι ερμηνείες τους. Έχουμε ανάγκη να γευόμαστε την ζωή μας ο καθένας μόνο με τη δική του οπτική.
Πρέπει όμως να μάθουμε να ζούμε συλλογικά. Θέλει προσπάθεια.

Έχουμε τρομερή ανάγκη να ξεφύγουμε από το παρελθόν μας. Νομίζουμε ότι έτσι εκσυγχρονιζόμαστε και γινόμαστε δήθεν «Ευρωπαίοι».

Νιώθουμε κουρασμένοι και απογοητευμένοι.

Κάνουμε δραματικούς συμβιβασμούς, που οδηγούν καθημερινά σε πνευματικό θάνατο.
Πριν ολοκληρώσουμε το άνοιγμα του τάφου μας πρέπει να αντιδράσουμε όχι με πανικό, αλλά με υπομονή και συνέπεια σε όλους αυτούς τους καθημερινούς φασισμούς, για να βρούμε ταυτόχρονα τα στοιχεία που θα μας ανοίξουν καινούργιους ορίζοντες και θα ξαναβρούμε την άκρη του νήματος που έχουμε χάσει για την συνέχεια και ολοκλήρωση του κοινωνικού συλλογικού ονείρου και οράματος.

Εγώ πια δεν δέχομαι κανενός είδους συμβιβασμούς. Αφού μπορώ να το επιλέγω, κρατάω την αξιοπρέπεια μου ψηλά. Δεν δέχομαι προσβολές πια από κανέναν. Δεν δέχομαι κανόνες συμπεριφοράς, και τρόπους ζωής. Έχω αφήσει πίσω μου αυτά που με ενοχλούν. Βαρέθηκα τον κόσμο που δεν αντιδράει και αποφεύγω πια να βάζω τον εαυτό μου σε δοκιμασίες που ενοχλούν την ηρεμία μου και κυρίως την ελευθερία και ανεξαρτησία μου.

Αντιστέκομαι κάθε μέρα σε όλες αυτές τις καθημερινές φασιστικού τύπου συνήθειες που μπορεί να φαίνονται μικρές και ανούσιες αλλά στην ουσία τους κρύβουν μια μορφή νεοφασισμού που μαζικοποιεί τους ανθρώπους και έτσι μπορεί να τους ελέγχει.

Τους βαρέθηκα. Τους σιχάθηκα και όπου μπορώ να αποφεύγω να με μολύνουν το κάνω.
Κάποτε είχα άλλες αντιλήψεις για την κοινωνία. Συμμετείχα περισσότερο σε κοινές λογικές.
Τώρα έχω γίνει προβοκάτορας στις κοινές αντιλήψεις και συνήθειες γιατί δεν εμπεριέχουν οράματα αλλά επώδυνους συμβιβασμούς και φασιστικούς καθωσπρεπισμούς.

Στην φιλολογία για τη χρήση των μαζικών μέσων μεταφοράς γιατί έχει γίνει η ζωή μας αβίωτη σε αυτή την πόλη με τα αυτοκίνητα, απαντώ ότι στο μόνο μέσο που αισθάνομαι πραγματικά ελεύθερος και ανεξάρτητος, είναι το αυτοκίνητο μου. Και σε αντίθεση με παλιότερα το χρησιμοποιώ καθημερινά και παντού.

Στη λογική πχ των υπευθύνων του ΜΕΤΡΟ για δημιουργία ενός χώρου αποστειρωμένου που δεν πρέπει να τρως, να κατουρήσεις, να πετάξεις τα σκουπίδια σου (γιατί δεν έχει κάδους απορριμμάτων, δήθεν για την ασφάλεια μας) απαντώ με το να πετάω ότι περιττό έχω στα χέρια μου κάτω. Κάτι που δεν έχω κάνει ποτέ στην ζωή μου, ούτε καν με την στάχτη του τσιγάρου.

Στις λογικές των Ευρωλιγούρηδων που επιμένουν να μας φέρνουν την Ευρώπη σαν παράδειγμα του τρόπου ζωής που θέλουν να μας επιβάλλουν, απαντώ στηρίζοντας και λειτουργώντας και ο ίδιος με τα πιο ανατολίτικα χαρακτηριστικά των Ελλήνων που μπορεί σε κάποια πράγματα να φαίνονται και να είναι μερικές φορές και απαράδεκτα αλλά που αντιστέκονται στους εντέλει δήθεν εκσυγχρονισμούς. Έτσι παραμένουμε ακόμα άνθρωποι.
Δεν χαϊδεύω πια τα αυτιά κανενός. Αυτός ο λαός σιγά - σιγά γίνεται ηλίθιος, ρατσιστής, ατομιστής, βλάκας.

Και βέβαια σε αυτή τη κατεύθυνση καταλυτικό ρόλο παίζουν και τα δήθεν Μέσα Μαζικής «Επικοινωνίας», αποχαύνωσης της κοινής συνείδησης. Και ας αφήσουν τη φιλολογία κάποιοι περί της ελευθερίας να αλλάξεις κανάλι ή να κλείσεις τη τηλεόραση. Να κάνουμε τι; Να ανοίξουμε ραδιόφωνο; να αγοράσουμε dvd από τις εφημερίδες; Μας έχουν αφήσει ελεύθερο χρόνο για να μπορούμε να βάλουμε το μυαλό σε διαδικασία προβληματισμού; ποιον κοροϊδεύουν; Έχουν συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες οι υπάλληλοι των πολυεθνικών, κυβερνήσεις, κανάλια, τύπος κλπ. Βαρέθηκα τους εισαγγελείς ημιμαθείς δημοσιογράφους και τα δικαστικά παράθυρα των καναλιών, που αντιμετωπίζουν τους καλεσμένους τους τις περισσότερες φορές με αγενέστατο και ειρωνικό ύφος. Ποιοι είναι αυτοί που έχουν γίνει τιμητές της δημοκρατίας; από πού πήραν το δικαίωμα; Η τηλεόραση έχει αντικαταστήσει πια την ίδια την λειτουργία της δημοκρατίας. Δεν υπάρχουν θεσμοί και ο πολίτης για να βρει το δίκιο του καταφεύγει στη τηλεόραση. Υπάρχει πλέον έλλειμμα της δημοκρατίας. Αυτό έγινε μόνο του; ή μήπως κάποιοι έτσι θέλανε να γίνει.

Αύτή η πραγματικότητα διαμορφώνεται εν αγνοία της πολιτείας; ή με την συμμετοχή της;

Μήπως οι πολιτικοί δεν γλείφουν κατουρημένες ποδιές <Δημοσιογράφων;>

Έχω βαρεθεί τις κουτσομπόλες. Η κουτσομπόλα της γειτονιάς έγινε εθνική σταρ.

Δεν επιτρέπεται η αδιαφορία πια. Πλάκα – πλάκα κινδυνεύουμε όλοι να βρεθούμε στα νύχια τους.

Από πού έχουν πάρει το δικαίωμα να προσβάλλουν όλο τον κόσμο όλοι οι αναμάρτητοι και ηθικολόγοι των καναλιών; Έχω βαρεθεί όλους τους άμεμπτους, τους σπουδαίους, τους καθαρούς, έχω βαρεθεί τους λαϊκιστές που δεν τρώνε και δεν κοιμούνται, αγχωμένοι και σκασμένοι από τα προβλήματα της κυρίας Μαρίας και του κύριου Βλάση. Επικεντρώνουν όπου τους βολεύει και παρουσιάζουν μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια αλλοτριώνοντας τη κοινή συνείδηση και αντίληψη για τη πραγματικότητα και έτσι ελέγχουν τις συμπεριφορές της μάζας που διαμορφώνουν. Άντε πάλι το κλασικό: Δεν είναι όλοι έτσι και δεν είναι όλες οι εκπομπές δικαστήρια!!!

ΕΙΝΑΙ ΟΜΩΣ Η ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ. Έχουν φτιάξει μια πνευματική έρημο και ότι καλό πια λειτουργεί σαν όαση. Πόσοι όμως ζουν στις οάσεις;

Τα τελευταία 25 χρόνια στήνεται αυτό το σκηνικό και με την ψήφο μας και με τη συγκατάθεση μας και με τη βοήθεια μας. Μας έχουν δέσει χειροπόδαρα και το χειρότερο είναι ότι γουστάρουμε κιόλας. Αυτό θα πει εκσυγχρονισμός και ασφάλεια!!!!

Υποτίθεται ότι η μειοψηφία είχε πάντα ένα άλλο λόγο και άλλη συμπεριφορά. Και τώρα έτσι υποτίθεται πως είναι, τουλάχιστον θεωρητικά.

Πού είναι οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες, οι ποιητές; Αφήσαμε τα κάθε FAME STORY και τα κάθε λογής REALLITY ή τα ΑΡΙΩΝ και EUROVISION να μας επιβάλλουν αισθητική. Όταν θα μας επιβάλλουν και με νόμο τα σκυλάδικα και τη βλακεία, τότε θα καταλάβουμε; Στο Μέγαρο Mουσικής δεν θα ξαναπατήσω ποτέ το πόδι μου αφού άνοιξε τις πόρτες του στην χυδαιότητα, και αυτό είναι όρκος. «Στην αίθουσα σκύλων της μουσικής ας ξαναπάνε όσοι τους εκφράζει». Δεν αποτελεί για μένα κύρος καλλιτεχνικό να βρεθώ στον ίδιο χώρο με την χυδαιότητα. Εκεί που παίζονται τα παιχνίδια των εταιρειών δίσκων. Τι θα μείνει πια αμόλυντο από αυτή την λαίλαπα των σκουπιδιών;

Που είναι οι διαχωριστικές γραμμές; επιτέλους έχουμε γίνει όλοι σαλάτα. Και όταν μπαίνουν όλα τα υλικά μαγειρικής σε μία σαλάτα τότε δεν υπάρχει γεύση, είναι τόσο δύσκολο να τα καταλάβει κανείς αυτό;


Με την τεχνολογία του ψηφιακού δίσκου έχει διευκολυνθεί η ανεξάρτητη παραγωγή. Μπορεί πια ευκολότερα κάποιος να βγάλει την δουλειά του και να την διακινήσει έστω και στο κύκλο του. Αυτό είναι αισιόδοξο από την άποψη ότι έτσι διαμορφώνεται μια αγορά έστω και επί της ουσίας περιορισμένη. Ακούγονται και άλλες φωνές που μερικά χρόνια πριν δεν υπήρχαν καν. Όμως η πραγματικότητα όσο αφορά στην Ελλάδα παραμένει η κατά 90% παραγωγή του χυδαίου στο τραγούδι, και σχεδόν ανύπαρκτη ή έστω πολύ χαμηλή παραγωγή στο διαφορετικό είδος ή τραγουδιού ή μουσικής. Κυρίως βέβαια παράγεται κατά κόρον ή μόδα, που μπορεί να εμπεριέχει πιθανόν και πολύ σημαντικά πράγματα, όμως εάν ξεκόψουμε την παραγωγή της μουσικής από το κοινωνικό περιβάλλον που αυτή απευθύνεται τότε θα βγάλουμε λάθος συμπεράσματα, γιατί το σημαντικό είναι το πώς και από πού διαμορφώνονται τα κριτήρια στο κοινό ώστε να μπορεί να επιλέξει πραγματικά. Και εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα. Εάν δεν έχουμε τα κριτήρια τότε γινόμαστε θύματα μιας ισοπέδωσης που τη βλέπουμε ήδη να κυριαρχεί στο χώρο της μουσικής και του τραγουδιού. Ακριβώς σε αυτά αντιστέκομαι και θα αντιστέκομαι.

Νίκος Τουλιάτος

Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον; Αθήνα: Εκδόσεις Δρόμων, 2006.